Η Αναστύλωση του Ανακτόρου των Τημενιδών στις Αιγές όπως την «είδε» ένας Μακεδόνας – Του Δρ. Αθανάσιου Μπίντα *

Απόψεις

Βρέθηκα στην τελετή των εγκαινίων της αναστύλωσης του ανακτόρου της δυναστείας των Τημενιδών που βασίλεψαν από τον 12ο αιώνα π.Χ. με αρχηγέτη τον Κάρανο, μέχρι τον Μέγα Αλέξανδρο και έδρα των Αντιγονιδών που κυριάρχησαν στη συνέχεια μέχρι τη μάχη της Πύδνας το 168 π.Χ. όταν ο βασιλιάς Περσέας υποτάχθηκε στους Ρωμαίους.

Ο κόσμος πολύς. Τηλεοπτικά κανάλια, θόρυβος, φασαρία. Περίμενα υπομονετικά να φύγουν όλοι. Επιθυμούσα να περιπλανηθώ μόνος μου για να ‘χω το προνόμιο να ακούσω τους ήχους της σιωπής που αναδίδονται ύστερα από την χιλιόχρονη «βουβαμάρα» του, να αφουγκραστώ τους μαγευτικούς ψιθύρους του που φτάνουν στο σήμερα από τα βάθη των πολύκροτων ιστορικών στιγμών των αιώνων που κύλησαν, αφήνοντας το ζωηρό τους αποτύπωμα στο χώρο. Μια ολόκληρη εποχή – νύχτας ήταν θαμμένο στη σιωπή και το λήθαργο, παραπονεμένο, ξεχασμένο, σιωπηλό και ερειπωμένο από την Ελλαδική παρακμή της Χρησιμοθηρίας. Τώρα υψώνεται εντυπωσιακό, αγέρωχο, δυναμικό και … εύγλωττο.

Η πρώτη μου σκέψη διαβαίνοντας το επιβλητικό πρόστυλο ήταν πως αν οι βασιλικοί τάφοι στις Αιγές σου θυμίζουν το θάνατο, τούτο το παλάτι αντιδιασταλτικά συνδέεται με τη ζωή, με γεγονότα θριάμβου, πολεμικές νίκες, διπλωματικά κατορθώματα, παιάνες, ξέφρενα συμπόσια. Περπατώντας στη σκιά των γιγάντιων αναστυλωμένων κιόνων, οι βιορυθμοί του χώρου σου προξενούν ένα νέο ουσιώδες νοητικό αποτύπωμα. Όλα τριγύρω απόκτησαν μια λαμπρότητα, έγιναν αμφίσημα, αγέρωχα και σε πλημμυρίζουν με μια διανοητική συγκίνηση και συναισθηματική διέγερση. Συμπυκνώθηκαν οι άπειρες δραματικές ιστορικές στιγμές που έκαναν το χώρο τρισδιάστατο. Όλα φορτίστηκαν συμβολικά, γέμισαν γοητεία, έγιναν μυστηριωδώς ζωοφόρα, αιωνόπηχτα. Τούτο το ανάκτορο αρχίζει να αποφλοιώνει την ιστορία αιώνων και μας προτρέπει να γευτούμε το ζουμερό εσωτερικό του καρπού της.

Ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια σου τη μεγαλοσύνη των αλλοτινών καιρών. Σε παρασέρνει σε μια συνομιλία με πλάσματα και δισάγγιχτες οπτασίες του χτές που θεριεύουν τη σκέψη σου. Σε υποβάλλει ο συμβολισμός αυτής της αρχέτυπης ατμόσφαιρας και θαρείς πως στον διάδρομο μπροστά σου, θα συναντήσεις τον «Αλέξανδρον τον Χρυσούν» (προπάτορα του Μεγαλέξανδρου) περιχαρή για την νίκη του στην Ολυμπία και τον Πίνδαρο τον ποιητή να απαγγέλει τον Ολυμπιόνικο ύμνο που συνέθεσε προς τιμή του ολυμπιονίκη βασιλιά:

ΟΛΒΙΩΝ ΟΜΟΝΥΜΕ ΔΡΑΔΑΝΙΔΑΝ

ΠΑΙ ΘΡΑΣΥΜΗΘΕ ΑΜΥΝΤΑ

… ΠΡΈΠΕΙ Δ’ ΕΣΘΛΟΙΣΙΝ ΥΜΝΕΊΣΘΑΙ

… ΚΑΛΙΣΤΑΙΣ ΑΟΙΔΑΙΣ

ΤΟΥΤΟ ΓΑΡ ΑΘΑΝΑΤΟΙΣ

ΠΟΤΙΨΑΥΕΙ ΜΟΝΟΝ [ΡΗΘΕΝ]

ΘΝΑΣΚΕΙ ΔΕ ΣΙΓΑΘΕΝ ΚΑΛΟΝ ΕΡΓΟΝ

(Ευτυχισμένε συνονώματε του Δαρδανίδη,

γιε τολμηρέ του Αμύντα

… πρέπει οι γενναίοι να υμνούνται

με άσματα τα πιο ωραία.

Γιατί μονάχα έτσι πλησιάζουν

τις τιμές των αθανάτων [θεών]

Γιατί τα ενάρετα έργα πεθαίνουν

όταν τα αποσιωπούμε.)

Μπαίνοντας προς τα αριστερά σου στη βιβλιοθήκη νομίζεις πως αντικρύζεις το βασιλιά Αρχέλαο προβληματισμένο και παλίμβουλο να συζητά με τον τραγικό ποιητή Ευριπίδη για την ίδρυση μια νέας πρωτεύουσας του βασιλείου, της Πέλλας αλλά και ενθουσιώδη για την διοργάνωση των «ΟΛΥΜΠΙΩΝ» στο Δίον.

Παραδίπλα στους ανδρώνες του παλατιού θαρρείς πως θα συναντήσεις καταβεβλημένο τον βασιλιά Αμύντα να θρηνεί το θάνατο του πρωτότοκου γιού του. Διασχίζοντας τον στενό ημίφωτο διάδρομο οσμίζεσαι στην ατμόσφαιρα τα ανατριχιαστικά, δολοπλόκα σχέδια της Ολυμπιάδας για την προστασία του γιού της του Μεγαλέξανδρου από τις μηχανοραφίες των παλατιανών σπιούνων του Αντίπατρου του αντιβασιλιά. Ξαφνικά και αναπάντεχα φτάνει στα αυτιά σου ο αχός του πλήθους και οι οδυνηρές κραυγές του λαού για την δολοφονία του Φιλίππου στο παρακείμενο θέατρο.

Αναπτερώνεται όμως η ψυχή σου και ουριοδρομεί τα όνειρα και τις ελπίδες σου ο δωρικός ρυθμός του παιάνα των «Μακεδόνων εν όπλοις» που ανακηρύσσουν στη μεγάλη αυλή με το περιστύλιο τον νεαρό Αλέξανδρο ηγεμόνα τους, κρούοντας τις σάρισες στις ασπίδες τους. Αλλά από το βάθος του γυναικωνίτη φτάνει στα αυτιά σου και σου ραγίζει την καρδιά ο απόηχος από το μοιρολόϊ της Θεσσαλονίκης που γοερά θρηνεί τον απροσδόκητο θάνατο του αδελφού της στη Βαβυλώνα.

Πραγματικότητα και Μυθοπλασία συνυπάρχουν και αλληλοεπιδρούν μέσα στο «νέο παλάτι» των Αιγών. Το παρελθόν επιβιώνει στο παρόν μέσα από μια σειρά αντανακλάσεις και αντικατοπτρισμούς. Από ‘δω ο αισθητός υλικός κόσμος πάνω στα ψηφιδωτά δάπεδα που πατάς και από ‘κει ο άυλος νοητός κόσμος. Αυτός «ο Μύθος» είναι επιτακτική μας ανάγκη για να ασφαλίσουμε περισσότερο τις βεβαιότητες μας διότι το Ελληνικό Αφήγημα βασίζεται κυρίως σε ιδεατές θεάσεις του παρελθόντος.

Το Ανάκτορο των Τημενιδών στις Αιγές ανήκει πλέον στον πολιτισμό μας και ειδικά στους διαχειριστές των Αξιών του. Με την αναστύλωσή του αυξήσαμε την κλασσική ιδιοκτησία μας, αυξήσαμε την πνευματική αυτοσυνειδησία μας, αποκτήσαμε νόημα που υπερβαίνει το ασήμαντο και το καθημερινό. Αποκτήσαμε ευοίωνη κληρονομιά που αποκαθιστά την αρμονία της Απολλώνιας συμπαντικής κοσμιότητας.

* Ο Δρ. Αθανάσιος Μπίντας ήταν καθηγητής Ελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Νις της Σερβίας