Η πρόταση Μητσοτάκη για ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας και οι διεθνείς συσχετισμοί – Του Χρ.Γκουγκουρέλα

Πολιτική

Στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατέθεσε στους Ευρωπαίους ομολόγους του, στο πλαίσιο της Συνόδου Κορυφής,  πρόταση για ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων κατά της Τουρκίας, επικαλούμενος παλαιότερα κείμενα συμπερασμάτων του Συμβουλίου που σχετίζονταν με την τουρκική προκλητικότητα στη Συρία. Η Λογική του ήταν ότι το προτεινόμενο εμπάργκο θα συνιστούσε ένα σοβαρό μέτρο που θα μπορούσε να προστεθεί στην ‘‘εργαλειοθήκη’’ των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Τουρκίας, αν και όταν αυτές αποφασιστούν.

Το επιχείρημα, λοιπόν, του Έλληνα Πρωθυπουργού είναι εύλογο και συμβολικά ισχυρό. Όταν οι ΗΠΑ έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή το δικό τους εμπάργκο πώλησης πολεμικών αεροσκαφών στην Τουρκία προκειμένου να προστατευτούν τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και να διαφυλαχθεί το αρμονικό του modus operandi, δεν είναι δυνατόν τα κράτη-μέλη της ΕΕ να παραμένουν αδρανή στην τουρκική παραβατικότητα και να συνεχίζουν να εφοδιάζουν με πολεμικό υλικό τη γείτονα χώρα, η οποία απειλεί ανοιχτά πλέον κράτη-μέλη (την Ελλάδα και την Κύπρο) της ίδιας της Ένωσης. Στην προσπάθειά του αυτή ο Έλληνας Πρωθυπουργός υπενθύμισε στους ευρωπαίους εταίρους τη νομοθεσία της ίδιας της ΕΕ σχετικά με τις εξαγωγές όπλων και ζήτησε το αυτονόητο, δηλαδή την εφαρμογή της και έναντι των Τούρκων.

Πράγματι, επί του ζητήματος έχει ήδη εκδοθεί η με αριθμό 944/2008 κοινή θέση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), σχετικά με τον καθορισμό κοινών κανόνων που διέπουν τον έλεγχο των εξαγωγών στρατιωτικής τεχνολογίας και εξοπλισμού από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τρίτες χώρες (https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32008E0944&from=EL).

Σημασία έχει, συνεπώς, να τονιστούν τα οκτώ κριτήρια που συμπεριλαμβάνονται στην άνω Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την εξαγωγή όπλων από χώρες της Ένωσης, έτσι ώστε να απαντηθεί το ερώτημα αν είχε πολιτικό νόημα η πρωτοβουλία του Κ. Μητσοτάκη και αν ήταν η κατάλληλη συγκυρία για να προβεί σ’ αυτήν.

Το πρώτο κριτήριο για να είναι νομικά αποδεκτή η εξαγωγή όπλων προς τρίτη χώρα είναι ο σεβασμός των διεθνών υποχρεώσεων και δεσμεύσεων των ίδιων των κρατών – μελών της ΕΕ και ιδίως των κυρώσεων που θεσπίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και ο σεβασμός όλων των διεθνών συμφωνιών και  υποχρεώσεων τους. Έτσι, εξαγωγή όπλων σε χώρα που παραβιάζει τη διεθνή νόρμα δεν είναι νοητή.

Το δεύτερο κριτήριο είναι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα τελικού προορισμού και ο σεβασμός του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου από τη χώρα τελικού προορισμού. ‘‘Λογική μήτρα’’ αυτής της προϋπόθεσης είναι η παραδοχή ότι η ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης και η γεωπολιτική της ταυτότητα, έτσι όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο βάθος του ιστορικού Χρόνου, αντίκειται στη στρατιωτική ενίσχυση χωρών που δεν συμβαδίζουν με τις αξίες και τα θεσμικά ορόσημα του Ευρωπαϊσμού.

Το τρίτο κριτήριο είναι η εσωτερική κατάσταση στη χώρα τελικού προορισμού, ως αποτέλεσμα της ύπαρξης εντάσεων ή ένοπλων συγκρούσεων. Τα κράτη-μέλη της ΕΕ δεν είναι δυνατόν να εξάγουν όπλα σε κυβερνήσεις χωρών που θα τα χρησιμοποιήσουν όχι για λόγους εθνικής ασφάλειας και άμυνας αλλά για εσωτερική επιβολή και καθυπόταξη.

Το τέταρτο κριτήριο είναι η διασφάλιση της περιφερειακής ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας. Τα κράτη-μέλη δεν χορηγούν άδεια εξαγωγής πολεμικού υλικού, εφόσον υπάρχει σαφής κίνδυνος ο επίδοξος αποδέκτης να χρησιμοποιήσει την προς εξαγωγή στρατιωτική τεχνολογία ή τον εξοπλισμό επιθετικά έναντι άλλης χώρας ή για να υποστηρίξει διά της βίας εδαφικές διεκδικήσεις. Εξάλλου, ο γεωπολιτικός σχεδιασμός της ΕΕ αποσκοπεί στη διασφάλιση της περιφερειακής συνεργασίας, στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών και στη διαδιεθνική σταθερότητα.

Το πέμπτο κριτήριο είναι η εθνική ασφάλεια των κρατών – μελών και των εδαφών τους, οι εξωτερικές σχέσεις των οποίων αποτελούν ευθύνη του κάθε κράτους – μέλους, καθώς και των φίλιων και συμμάχων χωρών. Είναι όχι μόνο απολύτως λογικό αλλά υπαρξιακά αναγκαίο για την ΕΕ να μην εξάγονται όπλα σε χώρες που θα μπορούσαν ή θα στόχευαν να πλήξουν την εθνική ασφάλεια κρατών-μελών της ίδιας της Ένωσης.

Το έκτο κριτήριο είναι η συμπεριφορά της αγοράστριας χώρας έναντι της διεθνούς κοινότητας, όσον αφορά ιδιαίτερα τη στάση της έναντι της τρομοκρατίας, τον χαρακτήρα των συμμαχιών της και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Και τούτο διότι η ΕΕ επιδιώκει δια του δεδηλωμένου οραματισμού της την παγίωση της διεθνούς νομιμότητας, η οποία αποτελεί και σταθερό άξονα των διεθνών σχέσεων της.

Το έβδομο κριτήριο είναι η ύπαρξη κινδύνου να εκτραπεί η στρατιωτική τεχνολογία ή ο εξοπλισμός μέσα στην αγοράστρια χώρα ή να επανεξαχθεί από αυτήν υπό ανεπιθύμητους όρους. Δεν (πρέπει να) πωλείται στρατιωτικός εξοπλισμός από την ΕΕ σε χώρες είτε για να επιβληθούν ή συνεχίσουν να επιβάλλονται αντιδημοκρατικά καθεστώτα, είτε για να μετατραπούν οι αγοράστριες χώρες  σε ‘‘μεταπράτες’’ πολεμικής δύναμης προς ικανοποίηση των δικών τους συμφερόντων ή υστερόβουλων σχεδιασμών.

Εν τέλει, το όγδοο κριτήριο είναι η συμβατότητα των εξαγωγών της στρατιωτικής τεχνολογίας ή του εξοπλισμού με τις τεχνικές και οικονομικές δυνατότητες της αποδέκτριας χώρας, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι σκόπιμο τα κράτη να καλύπτουν τις θεμιτές ανάγκες ασφάλειας και άμυνάς τους με την ελάχιστη παροχέτευση ανθρώπινων και οικονομικών πόρων για τους εξοπλισμούς.

Αν, λοιπόν, λάβει κανείς υπόψη του όλα τα παραπάνω κριτήρια της δευτερογενούς ενωσιακής νομοθεσίας ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν χωρεί προφανώς και πολλή…συζήτηση για το αν οι Ευρωπαίοι (κυρίως οι Γερμανοί) που πωλούν όπλα, κάθε είδους, τύπου ή χρήσης, στους Τούρκους σέβονται τις ίδιες τις αποφάσεις τους και τους προϋποθετικούς όρους που οι ίδιοι θέτουν σε αυτές.

Βρέθηκε όμως, επιτέλους, κάποιος να τους υπενθυμίσει, έστω στο πλαίσιο μιας συνεδρίασης ενός θεσμικού οργάνου, ότι τούτη η Ένωση είναι μια Ένωση που λειτουργεί με κανόνες, ότι η περίφημη ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν είναι απλά ένα  ‘‘ιδεώδες’’ που εξαντλείται σε μεγαλόστομες ρητορείες και, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν μπορεί να ‘‘εξάγονται’’ όπλα σε χώρα που όχι μόνο αμφισβητεί την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών της ΕΕ, άρα την εδαφική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της ίδιας της ‘‘ενωσιακής επικράτειας’’ αλλά απειλεί θρασύτατα και μεγαλομανώς και από πάνω. Έτσι, ο Έλληνας Πρωθυπουργός έδρασε εν προκειμένω ως πραγματικός ηγέτης της χώρας.

Το μέγα ερώτημα είναι όμως αν οι Ευρωπαίοι είναι επιλήσμονες (;). Ξέχασαν και ξεχνούν τα άνω κριτήρια που οι ίδιοι έθεσαν σε τελική ανάλυση; Ή συμβαίνει κάτι άλλο; Το ερώτημα αυτό δεν είναι βεβαίως τόσο απλό, αντιθέτως είναι και δύσκολο και περίπλοκο. Κάθε κράτος-μέλος της ΕΕ δρα με την ιδιότητα του μέλους της Ένωσης και είναι ταγμένο να υπηρετεί τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της ενωσιακής στρατηγικής και του κοινού προγραμματισμού, δείχνοντας αλληλεγγύη στα υπόλοιπα κράτη – μέλη, στο πλαίσιο της παράλληλης συμπόρευσης εντός της ΕΕ, αλλά, από την άλλη μεριά, τα κ-μ έχουν τους δικούς τους εθνικούς σχεδιασμούς, τις δικές τους διπλωματικές ατζέντες, προσπαθούν να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα και τους δικούς τους δεσμούς σε διμερείς ή πολυμερείς διεθνείς σχέσεις με τρίτες χώρες.   

Η Ισπανία, λοιπόν, που καλείται εύλογα και με τη ‘‘βούλα’’ της ευρωπαϊκής νομοθεσίας να επιδείξει ‘‘αλληλεγγύη’’ προς την Ελλάδα και την Κύπρο, έχει τράπεζες που είναι εκτεθειμένες κατά 64 δισ. δολάρια σε τουρκικά ομόλογα (https://greekcitytimes.com/2020/09/16/has-spanish-and-italian-banks-guided-their-countrys-policies-towards-turkey/), ενώ η αντίστοιχη επιβάρυνση των γαλλικών τραπεζών ανέρχεται στα 24 δισ. δολάρια και των ιταλικών στα 21 δισ. δολάρια. Έτσι, μια πιθανή κατάρρευση της τουρκικής οικονομίας, που δεδομένα παρουσιάζει κλιμακούμενα ολισθηρή πορεία, θα είχε επώδυνες και στρεσογόνες συνέπειες στις τράπεζες των άνω χωρών και συνεπαγωγικά και στη δική τους οικονομική θέση.

Η δε Γερμανία έχει παραδοσιακές γεωπολιτικές και οικονομικές διασυνδέσεις με την Τουρκία. Οι άλλοτε ‘‘συμμαχικές δυνάμεις’’ στον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σήμερα είναι αλληλένδετοι οικονομικοί εταίροι. Οι τουρκικές εξαγωγές προς τη Γερμανία το 2019 ήταν 16,6 δισ. ευρώ, ενώ οι γερμανικές προς την Τουρκία 19,2 δισ. ευρώ. Για να αντιληφθεί, λοιπόν, κανείς τα μεγέθη, αρκεί να αναλογιστεί ότι το χρηματικό ποσό των εξαγωγών της Γερμανίας προς την Τουρκία μόνο για το 2019 αντιστοιχεί σε όσα λαμβάνει ή προσδοκά να λαμβάνει το ελληνικό κράτος από τον ΕΝΦΙΑ σε μια οκταετία!

7.000 χιλιάδες γερμανικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στην Τουρκία, ενώ άλλες 3.500 χιλιάδες είναι οι θυγατρικές των γερμανικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους εκεί (https://www.tovima.gr/2020/10/16/opinions/giati-i-germania-einai-filotourki/). Αντιστρόφως, στην Γερμανία ασκούν οικονομική δράση 80.000 ‘‘γερμανοτουρκικές’’ επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο που φτάνει τα 52 δισ. ευρώ!

Απ’ αυτά τα λίγα, διότι η συζήτηση είναι δεδομένα πιο ευρεία και ασυγκρίτως πιο βαθειά και πολυθεματική, προκύπτει, επομένως, ότι στην ερμηνεία των διεθνών συμπεριφορών των κρατών γενικά και ειδικότερα και των κρατών που είναι μέλη της ΕΕ, δεν συνάδουν απλοϊκές ή μονοδιάστατες προσεγγίσεις. Αυτό, λοιπόν, που οφείλουμε να διδασκόμαστε ως χώρα, σε επίπεδο σμίλευσης της εθνικής στρατηγικής αλλά και της λαϊκής κουλτούρας που την περιβάλλει ή την υποστηρίζει, ως ‘‘περιρρέουσα κοινωνική συλλογιστική’’, είναι ότι η θεώρηση των γεωπολιτικών συσχετισμών και της πορείας των διεθνών σχέσεων είναι ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα, που απαιτεί μια πολυπρισματική οπτική.

Στην ΕΕ, επομένως, που σχεδόν τα πάντα είναι απότοκο της λειτουργίας του λεγόμενου διακυβερνητισμού (intergovernmentalism) και παράγονται μέσω διακρατικών συνεννοήσεων επί συχνά αντιθετικών συμφερόντων και αντιμαχόμενων στρατηγικών προσεγγίσεων, η αλήθεια είναι ότι τίποτε δεν είναι απολύτως ‘‘άσπρο’’, όπως τίποτε δεν είναι ‘‘απολύτως’’ μαύρο. Είναι, ωστόσο, διπλωματικά απαραίτητο, πολιτικά λυσιτελές και πάνω απ’ όλα ζήτημα αυτεπιβεβαίωσης της εθνικής μας αξιοπρέπειας να μην παραμένουμε όπου και όταν πρέπει ‘‘βουβοί’’ αλλά να ομιλούμε (όπως έκανε τις προάλλες ο Πρωθυπουργός στη Σύνοδο Κορυφής) και να διεκδικούμε. Να διεκδικούμε και να παλεύουμε για τα δίκαια και τις εθνικές μας επιδιώξεις….