Η πιθανή εμπλοκή της Ελλάδας στον Ρωσο-ουκρανικο πόλεμο και τα διδάγματα της Ιστορίας

Απόψεις

Τα προσφάτως ψηφισθέντα Μνημόνια Συνεργασίας των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Ελλάδας και ΗΠΑ, για την τοποθέτηση ελληνικού προσωπικού αφενός στον στρατό των ΗΠΑ και αφετέρου στη Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων των ΗΠΑ κέντρισαν αρκούντως το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, καθώς από αντιπολιτευόμενες την Κυβέρνηση δυνάμεις, πέραν του ΠΑΣΟΚ που ψήφισε θετικά, ακούστηκαν φωνές ότι η χώρα ακολουθεί το επικίνδυνο ‘‘μονοπάτι’’ της ουσιαστικής στρατιωτικής εμπλοκής της στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο.

Είναι, λοιπόν, έτσι τα πράγματα(;) ή απλά κάποιοι φωνασκούν για να παράξουν ‘‘ντόρο’’; Κατά την άποψή μου, δύο ζητήματα ανακύπτουν εν προκειμένω. Το πρώτο είναι ρεαλιστικό: Τι συγκεκριμένα προβλέπει το πρώτο ειδικά Μνημόνιο Συνεργασίας σχετικά με την απόσπαση/τοποθέτηση ‘‘ελληνικού προσωπικού άμυνας’’ στον στρατό των ΗΠΑ; Και είναι, αλήθεια, βάσιμο να ανησυχεί κανείς για μια πραγματική στρατιωτική ανάμιξη της Ελλάδας στον πόλεμο της Ουκρανίας; Το δε δεύτερο ζήτημα είναι θεωρητικό: Από γεωπολιτικής απόψεως και στο πλαίσιο αναζήτησης και εξυπηρέτησης του ελληνικού εθνικού συμφέροντος, τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει μια ενεργής συμμετοχή της Ελλάδας στον εν λόγω πόλεμο;

Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του ελληνοαμερικανικού Μνημονίου (https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/c8827c35-4399-4fbb-8ea6-aebdc768f4f7/12522110.pdf) προβλέπει ότι στα αποσπασμένα μέλη του Ελληνικού Προσωπικού Άμυνας δεν θα επιτρέπεται να συμμετάσχουν σε ασκήσεις, ανάπτυξη δυνάμεων ή δράσεις πολιτών-στρατιωτικών, εκτός αν είναι ρητώς εξουσιοδοτημένα εγγράφως για να πράξουν τοιουτοτρόπως και από το ‘‘Συμβαλλόμενο Μέρος Υποδοχής’’, δηλαδή το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ αλλά και από το ‘‘Μητρικό Συμβαλλόμενο Μέρος’’, ήτοι το Ελληνικό Υπουργείο Άμυνας (ΥΠΕΘΑ).

Στο ίδιο πνεύμα, η παράγραφος 6 του άνω άρθρου ορίζει ότι το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ δεν θα τοποθετεί ή (δεν) θα συνεχίζει να διατηρεί το Ελληνικό Προσωπικό Άμυνας σε θέσεις όπου είναι δυνατόν να υπάρξουν άμεσες εχθροπραξίες ή σε εχθροπραξίες που έχουν ήδη αρχίσει, εκτός αν οι ‘‘τοποθετήσεις’’ αυτές εγκριθούν εγγράφως από αμφότερα τα Μέρη, δηλαδή τόσο από το αμερικανικό όσο και από το ελληνικό Υπουργείο Άμυνας.

Η βασική παρατήρηση στις κρίσιμες παραπάνω προβλέψεις του (πρώτου εκ των δυο) ελληνοαμερικανικού Μνημονίου συνεργασίας είναι ότι αυτές φέρουν ευδιάκριτη νομική ελαττωματικότητα. Με δεδομένο ότι στο εν λόγω Μνημόνιο ρητώς καταγράφεται ότι ως ‘‘Μητρικό Συμβαλλόμενο Μέρος’’ νοείται το Ελληνικό Υπουργείο Άμυνας (ΥΠΕΘΑ), η αρμοδιότητα που του αποδίδεται από τις άνω διατάξεις του Μνημονίου είτε να εγκρίνει τη συμμετοχή ελληνικού στρατιωτικού προσωπικού σε ‘‘ανάπτυξη δυνάμεων’’ ή ‘‘στρατιωτικές δράσεις’’ των ΗΠΑ είτε να διατηρεί το Ελληνικό Προσωπικό Άμυνας σε θέσεις όπου είναι δυνατόν να υπάρξουν άμεσες εχθροπραξίες ή που αυτές έχουν ήδη αρχίσει, αντίκειται στο άρ. 7§5 του Ν. 4622/2019, του νόμου δηλαδή για το επιτελικό κράτος, σύμφωνα με το οποίο το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ) είναι εκείνο  που αποφασίζει για την κήρυξη και άρση μέτρων και σταδίων συναγερμού για τη μερική ή γενική κινητοποίηση της Χώρας και την εφαρμογή και άρση των κανόνων εμπλοκής των Ενόπλων Δυνάμεων και αναθέτει αρμοδιότητες, σχετικά με τα παραπάνω, για την άμεση αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων ή επεισοδίων (περίπτ. δ), αλλά και εξουσιοδοτεί τον Πρωθυπουργό να εισηγηθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την κήρυξη και άρση γενικής ή μερικής επιστράτευσης και την κήρυξη πολέμου (περίπτ. ε). Οι υπερεξουσίες, συνεπώς, που αποδίδονται με το άνω Μνημόνιο στο ΥΠΕΘΑ είναι μη νόμιμες.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι δυνατότητες που το ΥΠΕΘΑ έχει για τη de facto ‘‘υπαγωγή’’ ελληνικών δυνάμεων στον στρατό των ΗΠΑ δεν συνεπάγεται αυτόματα και άμεσα τη συμμετοχή των δικών μας δυνάμεων σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Οποιοσδήποτε θα υποστήριζε κάτι τέτοιο, μάλλον θα πραγματοποιούσε ένα ‘‘άλμα Λογικής’’. Παρά ταύτα, ωστόσο, φυσικά και δεν είναι άνευ σημασίας, το αντίθετο μάλιστα, η άνω ‘‘υπαγωγή’’ δικού μας στρατιωτικού ‘‘προσωπικού’’ στη…διάθεση του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ! Μάλιστα, η διατύπωση του κειμένου της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας είναι αναμφίβολα έξυπνη. Με βάση τη διατύπωση αυτή, καταρχάς δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε στρατιωτικές δράσεις και επιχειρήσεις των ΗΠΑ προσωπικό του ελληνικού στρατού, και άρα δεν έχουν a priori πολιτικό και νομικό έρεισμα να φωνασκούν οι διαφωνούντες, ωστόσο, δια των υπερεξουσιαστικών αρμοδιοτήτων που κατοχυρώνονται στο Μνημόνιο για το ΥΠΕΘΑ, το άνω ενδεχόμενο δεν αποκλείεται και συνεπώς, αν ποτέ υλοποιηθεί, θα δώσει τότε (κατά τον χρόνο υλοποίησής του) στο ελληνικό ΥΠΕΘΑ τη δυνατότητα να το ‘‘δικαιολογήσει’’ στην ελληνική κοινή γνώμη. Ο νοών νοείτω, λοιπόν…..

Πέραν όμως από το επίπεδο του νομικο-πολιτικού ρεαλισμού, υπάρχει, επί ενός προφανώς ευρύτερου ‘‘καμβά συζήτησης’’, και το μείζον ζήτημα της γεωπολιτικής ουσίας. Εάν, λοιπόν, ετίθετο κάποτε ζήτημα να συμμετέχουμε με δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο υπέρ της Ουκρανίας, πώς θα έπρεπε να αντιδράσουμε ως χώρα και ποια θα έπρεπε να είναι η στρατηγική μας επιλογή;

Προσωπικά, νομίζω ότι πρέπει να αντλήσουμε υλικό σκέψης και γεωπολιτικά επιχειρήματα από τον αποδεδειγμένα μακράν καλύτερο ‘‘διπλωματικό σύμβουλο’’ που διαθέτουμε που δεν είναι άλλος από την ίδια την Ιστορία μας. Αξίζει, επομένως, να θυμηθούμε, επί της διαμόρφωσης της σύνολης εξωτερικής πολιτικής μας, τα εξής:

Στις αρχές του 1919, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος, αποδέχθηκε την πρόταση του τότε Γάλλου Πρωθυπουργού, Georges Clemenceau (Ζωρζ Κλεμανσώ), να σταλούν ελληνικές δυνάμεις στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία), στο πλαίσιο της επέμβασης των συμμάχων της ‘‘Entente’’ (Αντάντ) εναντίον του ‘‘Κόκκινου Στρατού’’, προκειμένου να ηττηθούν οι Μπολσεβίκοι από  τους Λευκούς Αντεπαναστάτες (τους υποστηρικτές του Τσάρου και τους Ουκρανούς) και τους Αγγλο-Γάλλους. Όντως, εστάλησαν στην Οδησσό και την Κριμαία 23,5 χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της Γαλλίας υπέρ των εθνικών μας διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων που θα επέβαλε τις συνθήκες ειρήνης και πρακτικά τη νέα διεθνή πραγματικότητα, υπέρ των νικητών ασφαλών, στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι Έλληνες στρατιώτες, λοιπόν, έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως και τον Μάρτιο του 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων (Αντάντ και ΗΠΑ) δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού, καθώς οι Σοβιετικοί είχαν συντρίψει το αυτονομιστικό κίνημα των Ουκρανών. Τον δε Απρίλιο του 1919 έγινε ανακωχή και στο μέτωπο της Κριμαίας, ενώ τον Ιούνιο του 1919 το Α’ Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.

Μετά την υποχώρηση των συμμάχων από τα άνω πεδία της μεσημβρινής Ρωσίας (σημερινής Ουκρανίας), άρα και των ελληνικών δυνάμεων κατά τα παραπάνω, και δη δύο μόλις μήνες αργότερα, οι Μπολσεβίκοι, ως αντίποινα, εξαπέλυσαν διωγμούς και πραγματοποίησαν δολοφονίες Ελλήνων της περιοχής, ενώ ένα τεράστιο κύμα προσφύγων άρχισε να φθάνει στην Ελλάδα, μετά μάλιστα και την άρνηση των συμμάχων μας, των Αγγλο-Γάλλων δηλαδή, για την αποβίβασή τους στην Κωνσταντινούπολη που ήταν ο αρχικός προορισμός τους. Μόνο στο πρώτο δίμηνο που ακολούθησε μετά την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη σημερινή Ουκρανία, 103 Έλληνες, ρωσικής υπηκοότητας, τουφεκίστηκαν και οι ελληνικές παροικίες της περιοχής (Κιέβου, Χερσώνας και Νικολάγιεφ), με προεξέχουσα αυτήν της Οδησσού, υπέστησαν τα μέγιστα. Διαρπαγές περιουσιών, κλοπές, εμπρησμοί και καταστροφές σε βάρος των Ελλήνων της περιοχής είναι τα αμείλικτα ιστορικά ενθύμια και τεκμήρια ταυτόχρονα για την ανταποδοτική συμπεριφορά των Μπολσεβίκων στη στρατηγική απόφαση του Ελ. Βενιζέλου. Αλλά βέβαια, δεν ήταν μόνο οι άνω φρικαλεότητες το μοναδικό ‘‘επαγωγικό αποτέλεσμα’’.

Εν συνεχεία, στις 16-3-1921,  υπογράφηκε στη Μόσχα η ‘‘Συνθήκη Ειρήνης και Αδελφοσύνης’’ ανάμεσα στον Λένιν και τον Κεμάλ μετά από πρωτοβουλία και πρόταση του ‘‘πατέρα των Τούρκων’’ που χρονολογείτο από τις 20-4-1920. Μάλιστα, πριν ακόμα υπογραφεί η άνω συμφωνία της Μόσχας, η τότε σοβιετική κυβέρνηση είχε αρχίσει να βοηθάει τον τουρκικό λαό παρέχοντας πάνω από 10 εκατ. χρυσά ρούβλια και σημαντικές ποσότητες όπλων και πυρομαχικών. Αυτά δε τα χρυσά ρούβλια αντιστοιχούσαν σε περίπου 80 εκατ. τουρκικές χάρτινες λίρες της εποχής εκείνης, δηλαδή σε ποσό υπέρτερο (!) του ετήσιου προϋπολογισμού του τουρκικού κράτους, ο οποίος, ενδεικτικά ήταν περίπου 63 εκατ. λίρες για το 1920 και περίπου 79 εκατ. λίρες για το 1921.

Με την επίσης εντυπωσιακή, τουλάχιστον με βάση τα δεδομένα της εποχής, βοήθεια που προσέφεραν οι Μπολσεβίκοι στους Τούρκους σε πολεμικό υλικό (39.275 τουφέκια, 68 εκατ. σφαίρες, 327 οπλοπολυβόλα, 54 πυροβόλα, 2 αντιτορπιλικά, 147.600 βλήματα πυροβολικού, 20.000 αντιασφυξιογόνες μάσκες, 1.500 σπαθιά) και κυρίως και πολύ ουσιαστικά με τον εξοπλισμό που οι Σοβιετικοί διέθεσαν για 2 εργοστάσια πυρίτιδας και πυρομαχικών, τα οποία θα τροφοδοτούσαν συνεχώς τις ανάγκες του τουρκικού στρατού, ο Κεμάλ κατάφερε, όπως η Ιστορία απέδειξε, να  οργανώσει, επαρκώς και αποτελεσματικά, τακτικό στρατό και να αντεπιτεθεί στους Έλληνες. Η δε συνέχεια, ιστορικά συμπυκνούμενη και αποκαλούμενη ως ‘‘Μικρασιατική Καταστροφή’’ είναι γνωστή και μας πληγώνει, ως έθνος, ‘‘αθεράπευτα’’ και βαθιά, έναν αιώνα πια….

Μάλιστα, ας μη λησμονείται ότι οι Μπολσεβίκοι και οι Τούρκοι συμμάχησαν κατά τον παραπάνω τρόπο παρόλο που την ίδια εποχή η Σοβιετία πληττόταν από έναν φοβερό λιμό, ο οποίος στοίχισε τη ζωή 5 εκατ. ανθρώπων! Γι’ αυτό, άλλωστε, εις ιστορική ‘‘ένδειξη ευγνωμοσύνης’’, οι Τούρκοι τίμησαν ποικιλοτρόπως τους Σοβιετικούς για την πολύτιμη βοήθειά τους και έτσι σήμερα στο επιβλητικό Μνημείο Ανεξαρτησίας που βρίσκεται στην πλατεία Taksim (Ταξίμ), στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στα αγάλματα του Κεμάλ και των συνεργατών του, υπάρχουν και τα αγάλματα των Σοβιετικών Στρατηγών Voroshilov (Βοροσίλοφ) και Frunze (Φρούντζε), οι οποίοι με εντολή του Λένιν ήταν παρόντες στο μέτωπο στον Σαγγάριο ποταμό και βοήθησαν με την τεχνογνωσία τους τον τότε νεοσύστατο στρατό του Κεμάλ.

Συμπερασματικά, η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου να στείλει ελληνικές δυνάμεις κατά των Ρώσων στο μέτωπο της τότε μεσημβρινής Ρωσίας (σημερινής Ουκρανίας) δεν δικαιώθηκε και όχι μόνο οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν καρποφόρησαν αλλά η μετέπειτα σοβιετική βοήθεια στον Κεμάλ έπαιξε σημαντικό ρόλο στη Μικρασιατική Καταστροφή!

Μπορεί, επομένως, η συμπερίληψη της χώρας στο γεωπολιτικό στερέωμα του Δυτικού Κόσμου και ιδιαιτέρως η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και η ‘‘ειδική’’ σχέση της με τις ΗΠΑ να καθιστούν, τουλάχιστον, ευλογοφανή την υποστήριξή μας προς τους Ουκρανούς, μπορεί εκ του γεγονότος αυτού κάποιοι να ‘‘δικαιολογούν’’ τη μέχρι τώρα από εμάς προμήθεια πολεμικού υλικού στις δυνάμεις του Zelensky (https://www.kathimerini.gr/politics/562924333/i-odissos-oi-s-300-kai-oi-patriot/) αλλά και όποια επικείμενη εκ μέρους μας ‘‘τροφοδοσία’’ τους (https://newsukraine.rbc.ua/news/m114-howitzers-aviation-rockets-and-millions-1710524473.html) όμως, όπως εύγλωττα καταδεικνύει η ιστορική πείρα, οτιδήποτε περαιτέρω και ειδικότερα μια πιθανή εμπλοκή της Ελλάδας επί του πεδίου διεξαγωγής των εχθροπραξιών, με δεδομένα και εκπεφρασμένα στο περιφερειακό περιβάλλον τα αχαλίνωτα νεο-οθωμανικά desiderata, πολύ πιθανόν να συνεπάγεται αχρείαστες περιπέτειες για τη χώρα με απερίγραπτες μάλιστα εθνικές οδύνες……

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

   Relations and the political science