BERLIN-ALERT – Γράφει ο Ιωάννης Χατζημπεάκης (3o μέρος)

Απόψεις

Ύφεση , πετρελαϊκή κρίση, πολιτικές ,οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι..

Τη περίοδο της ύφεσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 , η Ostpolitik του νέου καγκελαρίου της Δυτικής Γερμανίας και πρώην δημάρχου του Δυτικού Βερολίνου , Βίλυ Μπράντ[1] βοήθησε ιδιαίτερα την Ανατολική Γερμανία να εξασφαλίσει ένα πιο σίγουρο μέλλον , καθώς  αυτή ήταν σε θέση να επιτύχει μια περισσότερο γόνιμη σχέση με τη Δυτική Γερμανία κατά τη περίοδο αυτή. Η απροθυμία του Ουλμπριχτ να ακολουθήσει αυτή τη πολιτική της ύφεσης έφερε την αντικατάστασή του από τον Έριχ Χόνεκερ, ο οποίος ανέπτυξε το εμπόριο με τη Δύση και κατάφερε το 1974 να οδηγήσει την Ανατολική Γερμανία στα Ηνωμένα Έθνη. Η κυβέρνησή της ήταν ακόμα άμεσα εξαρτημένη για την ασφάλειά της από την ΕΣΣΔ και δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τον πλούτο της Δυτικής Γερμανίας ,όμως ενίσχυε την υπερηφάνεια των Ανατολικογερμανών ενθαρρύνοντας ( με τη βοήθεια φαρμάκων ) τις μεγάλες επιδόσεις στον αθλητικό τομέα και εξασφαλίζοντας τους το υψηλότερο επίπεδο διαβίωσης στο ανατολικό μπλοκ. Ο Χόνεκερ ισχυροποίησε τον κεντρικό σχεδιασμό το 1971 , μετά από οκτώ χρόνια πειραματισμών με στοιχεία αποκέντρωσης στην οικονομία , και το 1972 κρατικοποίησε όλα τα εναπομείναντα κατάλοιπα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας , που είχαν επιβιώσει ( κατά μοναδικό τρόπο ) στην Ανατολική Γερμανία από τη δεκαετία του 1940. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και από υπερχρέωση προς τη Δύση.

Με μία πιο αναλυτική ματιά στις εξελίξεις που αναφέραμε παραπάνω, συμπεραίνουμε πως , σε αυτή τη περίοδο,  οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας μπορούσαν να υπερηφανεύονται και για την οικονομική πρόοδο και για τις εξελιγμένες μεθόδους ελέγχου κάθε πιθανής αντιπολίτευσης. Όμως από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν σαφές πως ο πρώτος τουλάχιστον στόχος  αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες του Ανατολικού μπλοκ η ΛΔΓ παρουσίαζε σαφώς καλύτερη λειτουργία. Ο λαός της απολάμβανε το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και η οικονομία της εμφάνιζε την υψηλότερη παραγωγικότητα. Όμως η Στάζι (συντομογραφία για την Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας), η παντοδύναμη μυστική αστυνομία, ανέφερε στα αρχεία της τα οποία αντιστοιχούσαν σε παραπάνω  από το ένα τρίτο του πληθυσμού, αυτό σήμαινε πως ένας στους τρεις σχεδόν Ανατολικογερμανούς ήταν εν δυνάμει πράκτοράς της, ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονταν καλά. Οι περίεργες ελλείψεις τροφίμων – παρά τις διακηρύξεις του Χόνεκερ , στις αρχές της δεκαετίας του 1970, πως η ΛΔΓ  πρέπει να είναι αυτάρκης σε είδη υψηλής κατανάλωσης –  με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι οι κάτοικοι ( ο καφές εξαφανίστηκε για λίγο διάστημα από τα ράφια το 1976, οι μπανάνες και τα πορτοκάλια το 1979 )δυσαρέστησαν τους Ανατολικογερμανούς , ιδίως επειδή πολλοί από αυτούς  μπορούσαν να παρακολουθήσουν την αφθονία αγαθών στην Δυτική Γερμανία. Η Στάζι συνέχιζε να χαλιναγωγεί και να εξαφανίζει κάθε μορφής αντιπολίτευσης και οι πολίτες της ΛΔΓ ήταν υπάκουοι στη κυβέρνησή τους. Όμως η ηγεσία της χώρας κατανοούσε πως έπρεπε να βελτιώσει την οικονομία της διότι δεν ανταγωνιζόταν τις υπόλοιπες χώρες του Ανατολικού μπλοκ αλλά την ίδια τη Δυτική Γερμανία, τη πιο ανεπτυγμένη βιομηχανική οικονομία του δυτικού κόσμου.

Η Ανατολική Γερμανία, όπως και οι περισσότερες χώρες του ανατολικού συνασπισμού, προσπάθησε να τονώσει την οικονομία της λαμβάνοντας δάνεια από τη Δύση, και ιδιαίτερα από τη Δυτική Γερμανία. Η τελευταία προσβλέποντας σε πιθανή επανένωση, παρείχε γενναιόδωρα δάνεια και πιστώσεις και δεν επέβαλλε τους συνήθεις δασμούς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις εισαγωγές από την Ανατολική Γερμανία. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο Γερμανιών βελτιώθηκαν αισθητά. Ο όγκος του μεταξύ τους εμπορίου υπερδιπλασιάστηκε αυτή τη περίοδο, φθάνοντας τα 16,5 δισεκατομμύρια μάρκα ετησίως. Αν και το ενδογερμανικό εμπόριο αποτελούσε ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών εξαγωγών της Δυτικής Γερμανίας ,για την Ανατολική ο γείτονας της είχε αναδειχθεί στον σημαντικότερο εμπορικό εταίρο της μετά την ΕΣΣΔ. Τη βάση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο Γερμανιών αποτελούσαν οι εισαγωγές ημικατεργασμένων αγαθών και υλικών παραγωγής από τη Δυτική Γερμανία προς την Ανατολική Ευρώπη, η οποία εξήγε καταναλωτικά αγαθά όπως ρούχα ,πορσελάνες και ηλεκτροκινητήρες.  Το πρόβλημα όμως της ΛΔΓ φτάνοντας στη δεκαετία του 1980 δεν ήταν μόνο το επίπεδο του χρέους , αλλά η μείωση των εξαγωγών σε σκληρό νόμισμα που θα καθιστούσε εφικτή την εξυπηρέτηση αυτού του χρέους. Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, πολλά προϊόντα της Ανατολικής Γερμανίας από οπτικά έως αυτοκίνητα, μπορούσαν να πωληθούν εκτός ανατολικού μπλοκ. Οι εξαγωγές αυτές επιβραδύνθηκαν τη δεκαετία του 1970 και μέχρι τη δεκαετία του 1980, η Ανατολική Γερμανία είχε εκτοπιστεί από χώρες της Νότιας Ευρώπης και της Ασίας που μπορούσαν να παράγουν καλύτερα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές. Η προσπάθεια των Ανατολικογερμανών να χρησιμοποιήσουν την τεχνογνωσία τους στο τομέα της τεχνολογίας για την κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών απέτυχε παταγωδώς. Κανείς δεν προτιμούσε μεγάλα και δυσκίνητα ανατολικογερμανικά μηχανήματα που ήταν ασύμβατα με οτιδήποτε παραγόταν εκτός του ανατολικού συνασπισμού. Επίσης, η Ανατολική Γερμανία έπασχε από έλλειψη εργασίας. Τον Δεκέμβριο του 1979 , ο Χόνεκερ αναφέρθηκε ακροθιγώς στη «νέα κατάσταση» που δημιουργήθηκε από τη συνταξιοδότηση μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού. Δεν υπήρχαν αρκετοί ξένοι εργάτες που ήθελαν και ήταν ικανοί να καλύψουν τα κενά. Η έλλειψη εργασίας επιδεινώθηκε από την τάση των κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών να υποαπασχολούν εργαζόμενους , όταν πλησίαζαν οι προθεσμίες του στόχου, ή να τους απασχολούν μη παραγωγικά με τις απαρχαιωμένες μηχανές και τον ξεπερασμένο εξοπλισμό. Δέκα χρόνια μετά, ένα συγκλονιστικό 17 τοις εκατό των εργαζομένων στη μεταποίηση και την παροχή ενέργειας ( 280.000 εργαζόμενοι) διέθεταν το χρόνο τους για την επισκευή μηχανών. Η έλλειψη εργασίας δημιούργησε ένα παράδοξο όσον αφορά τη παραγωγικότητα. Στατιστικά, η τελευταία λόγω της απουσίας εφεδρειών εργασίας φαινόταν υψηλότερη στην Ανατολική Γερμανία συγκριτικά με την αντίστοιχη στην Δυτική Γερμανία με   τα επίσημα οικονομικά στοιχεία για την παραγωγή να συγκαλύπτουν  την πτώση  σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης . Η υπερηφάνεια και η προπαγάνδα οδήγησαν το καθεστώς Χόνεκερ να επιμένει ότι όλα πάνε καλά.

Πρώτο μισό δεκαετίας του 80, εμφάνιση εγγενών προβλημάτων..

Για την Ανατολικογερμανική ηγεσία , η πολιτική της ύφεσης μετατράπηκε σταδιακά σε μία ξεκάθαρη μορφή εκβιασμού προς τη Δυτική Γερμανία . Οι κάτοικοι της Δυτικής Γερμανίας είχαν τη δυνατότητα να επισκεφθούν τη ΛΔΓ, αλλά μόνο αν αντάλλασσαν ένα ορισμένο ποσό σκληρού νομίσματος σε μάρκα Ανατολικής Γερμανίας , που ήταν άχρηστα εκτός της ΛΔΓ. Το Ανατολικό Βερολίνο απείλησε να διακόψει τις επαφές αν η Δυτική Γερμανία δε χορηγούσε περαιτέρω δάνεια ή αν μπλόκαρε τη σύναψη οικονομικών συμφωνιών με το ανατολικογερμανικό μάρκο συνδεδεμένο σε ισοτιμία με το δυτικογερμανικό μάρκο. Η νέα συντηρητική κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας υπό το Χέλμουτ Κολ , ο οποίος αντικατέστησε τον Χέλμουτ Σμιτ το 1982 , συνέχισε αυτές τις παραχωρήσεις στο Ανατολικό Βερολίνο. Όπως ο Σμιτ, έτσι και ο Κολ πίστευε ότι κάποια μορφή επαφής ήταν καλύτερη από καμία απολύτως επαφή. Το πιο συγκλονιστικό από όλα όμως ήταν πως η κυβέρνηση της Δυτικής Γερμανίας έπρεπε να πληρώνει σε σκληρό νόμισμα για κάθε Ανατολικογερμανό που του επιτρεπόταν να φύγει από τη Δύση. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μερικοί Γερμανοί στα ανατολικά είχαν αρχίσει να αισθάνονται ότι, ως λαός , κρατούνταν κυριολεκτικά όμηροι από μία αποτυχημένη κυβέρνηση. Αλλά σχεδόν όλοι εξέφραζαν τα παράπονά τους μόνο στην οικογένειά και τους στενούς φίλους τους. 

Το θεμελιώδες πρόβλημα της Ανατολικής Γερμανίας ήταν ότι απλώς βρισκόταν πολύ κοντά στο μεγαλύτερο success story της Ευρώπης, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Και μέσω της ΟΔΓ βρισκόταν πολύ κοντά στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, που μέχρι τα μέσα της της δεκαετίας του 1970 είχαν εξελιχθεί εξαιρετικά γρήγορα. Σε σύγκριση με τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας ή εκτός Ευρώπης , η ΛΔΓ ίσως να φαινόταν εντάξει. Αλλά σε σύγκριση με τη βιομηχανική και οικονομική δύναμη της Δύσης ,φάνταζε σχεδόν  σαν ένα αποτυχημένο κράτος. Και η Δυτική Γερμανία στηριζόταν τώρα στην επιτυχία της για να προωθήσει την περαιτέρω ολοκλήρωση μεταξύ όλων των καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη, ακριβώς το είδος του συστήματος και των διαδικασιών στα οποία η Ανατολική Γερμανία δε μπορούσε να συμμετάσχει.  

Αφορίζοντας τη Περεστρόικα , Γκλάσνοστ.. ασθμαίνοντας προς το τέλος…

Περνώντας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, στη πενταετία που συγκλόνισε το κόσμο και στην εποχή της Περεστρόικα και της Γκλάσνοστ , η Ανατολική Γερμανία ήταν αποφασισμένη να μην παρεκκλίνει από το δικό της δρόμο. Για το καθεστώς Χόνεκερ ακόμη και η απλή αναφορά στις «δυνάμεις της αγοράς» ήταν ιεροσυλία με την  άποψη στους κόλπους της περί επικίνδυνων πολιτικών συνεπαγωγών οι οποίες πήγαζαν από τη περεστρόικα και ιδιαίτερα από την ομογάλακτη της γκλάσνοστ ,να κυριαρχεί. Χαρακτηριστικά ,όταν ένας υπουργός της κυβέρνησης τόλμησε να εκφραστεί υπέρ της τελευταίας , τον έστειλαν στο ψυχιατρείο!  Η βιομηχανική δομή έπρεπε να καθορίζεται εκ των προτέρων. Τίποτα δεν έπρεπε να αφήνεται στην τύχη. Η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας ήθελε επίσης να δει πως θα εξελισσόταν τα πράγματα με τη περεστρόικα. Η άποψη αυτή ήταν ενδεικτική της επίσημης θέσης πως δεν υπήρχε τίποτα το θεμελιακά εσφαλμένο στην οικονομία. Η καθεστωτική κομμουνιστική κυβέρνηση του Χόνεκερ είχε ήδη προχωρήσει αρκετά στην εφαρμογή ενός προγράμματος λιτότητας και σε μία εκστρατεία βελτίωσης της παραγωγικότητας της εργασίας. Σχηματίστηκαν νέες κοινοπραξίες που ενσωμάτωναν την έρευνα και την ανάπτυξη με την παραγωγή , υπό κοινή σκέπη , σε μια προσπάθεια να μειωθεί ο χρόνος που μεσολαβούσε μεταξύ δημιουργίας μιας νέας τεχνολογίας και της εφαρμογής της στις μεταποιητικές διαδικασίες . Δημιουργήθηκαν περίπου 130 κοινοπραξίες σε εθνικό επίπεδο , που καθεμία απασχολούσε ,κατά μέσο όρο, 25.000 εργαζομένους. Παρήγαν συστατικά μέρη ενός ορισμένου προϊόντος και λειτουργούσαν ως μονοπώλια. Άρχισε, επίσης , να λειτουργεί περιορισμένος αριθμός ιδιωτικών και συλλογικών επιχειρήσεων στον τομέα των υπηρεσιών, σε μία προσπάθεια να ικανοποιηθεί η καταναλωτική ζήτηση.  Σε γενικές γραμμές, ο Χόνεκερ διατήρησε το καταπιεστικό του καθεστώς σε όλη τη δεκαετία του 1980, ενώ παράλληλα προσπάθησε να εκσυγχρονίσει, όπως είδαμε, την παραγωγή , να περιορίσει την αναποτελεσματικότητα και να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις σε τρόφιμα. Διαθέτοντας την, υποτιθέμενη ισχυρότερη οικονομία στο ανατολικό μπλοκ, ένιωσε ότι είχε τη δυνατότητα να απορρίψει τις μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσώφ ως μη εφαρμόσιμες όσον αφορά τα δεδομένα της Ανατολικής Γερμανίας. Αλλά το Ανατολικογερμανικό κράτος ήταν πάντα εγγενώς ασθενέστερο από τα υπόλοιπα κομμουνιστικά κράτη στον ανατολικό συνασπισμό εξαιτίας πάντα της ύπαρξης και ενός άλλου γερμανικού κράτους στη Δύση. Υπήρχαν ήδη αρκετές μικρές οργανώσεις -θρησκευτικές, πολιτικές η ειρηνιστικές- που αντιτάσσονταν στο καθεστώς.

Το τέλος.. η πτώση του Τείχους και οι επιδράσεις του..

Μπαίνοντας  στο έτος-σταθμό 1989 το κύκνειο άσμα της Ανατολικής Γερμανίας είχε ήδη αρχίσει να εκτυλίσσεται . Τα γεγονότα στην Ουγγαρία το 1989 είχαν άμεσο αντίκτυπο στην Ανατολική Γερμανία και βοήθησαν να αποκαλυφθεί ότι ο λαός της είχε κουραστεί από τον κομμουνισμό. Πιο συγκεκριμένα, το καλοκαίρι του έτους αυτού σημειώθηκαν μαζικές αποδράσεις πολιτών στη Δυτική Γερμανία , μέσω της Ουγγαρίας η οποία στο μεταξύ από το Μάϊο  είχε ξανανοίξει τα σύνορά της. Ειδικότερα, η οικονομική επιτυχία σύμφωνα με τα μέτρα του Συμφώνου της Βαρσοβίας δεν εντυπωσίαζε και πολύ τους Ανατολικογερμανούς, που γνώριζαν ότι το βιοτικό επίπεδο στη Δυτική Γερμανία ήταν δύο φορές υψηλότερο ,και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ενώ ο Χόνεκερ ήταν άρρωστος , άρχισαν να διαφεύγουν, όπως είπαμε, σε μεγάλους αριθμούς προς τη Δύση. Τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο περίπου 30.000 Ανατολικογερμανοί πέρασαν στη Δύση κατ’ αυτό το τρόπο , ενώ άλλοι κατέφυγαν στις δυτικογερμανικές πρεσβείες στη Βαρσοβία και στην Πράγα. Το φαινόμενο αυτό ομοίαζε με τα γεγονότα πριν την οικοδόμηση του Τείχους του Βερολίνου, ενώ μεταξύ των διαφυγόντων περιλαμβάνονταν και πολλοί ειδικευμένοι εργάτες νεαρής ηλικίας. Ο Γκορμπατσωφ , αντί να μιμηθεί τον Χρουστσωφ στο χτίσιμο ενός νέου Τείχους, επισκέφθηκε την Ανατολική Γερμανία και επέκρινε την αδυναμία του Χόνεκερ να αντιληφθεί τη θέληση της κοινής γνώμης. Βέβαια , ο ίδιος ο Γκορμπατσώφ ίσως να μη θεωρούσε πλέον αναγκαίο τον έλεγχο σε αυτά τα κράτη . Εν τοιαύτη περίπτωση, οι Ανατολικογερμανοί ηγέτες ,αντιμέτωποι με την ξαφνική αυτή πληθυσμιακή αιμορραγία ,τις μαζικές διαδηλώσεις στις μεγάλες πόλεις, το σχηματισμό το Σεπτέμβριο του 1989 μιας νέας αντιπολιτευόμενης οργάνωσης , του «Νέου Φόρουμ», και, πλέον χωρίς τη σοβιετική υποστήριξη, εγκατέλειψαν την ιδέα της δυναμικής καταστολής και στράφηκαν προς τις μεταρρυθμίσεις. Ο Χόνεκερ παραιτήθηκε από την ηγεσία του κόμματος στις 18 Οκτωβρίου και τον διαδέχθηκε ο Έγκον Κρένζ . Ο τελευταίος είχε τη φήμη του σκληροπυρηνικού και επιβίωσε στη νέα του θέση μόλις μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου , αλλά διόρισε ως πρωθυπουργό τον μεταρρυθμιστή Χάνς Μόντρωφ , υποσχέθηκε εκλογές και, τελικά, στις 9 Νοεμβρίου ανακοίνωσε ότι επιτρέπονται τα ταξίδια προς το εξωτερικό. Αυτό το τελευταίο αποδείχθηκε καταλυτικής σημασίας βήμα. Πολίτες έκαναν ρήγματα στο Τείχος στις 9 και 10 Νοεμβρίου , όταν δύο εκατομμύρια Ανατολικογερμανοί πέρασαν στη Δύση. Καθώς το κυριότερο σύμβολο της τυραννίας είχε πλέον καταρρεύσει , οι περισσότεροι σύντομα γύρισαν πίσω. Η κομμουνιστική εξουσία είχε καταρρεύσει με εκπληκτική ταχύτητα σε έναν από τους πιο ορθόδοξους προμαχώνες της. Μέσα σε λίγες ημέρες καθαιρέθηκε ο Χόνεκερ και απολύθηκαν διεφθαρμένοι αξιωματούχοι ,σχηματίστηκαν μη κομμουνιστικές οργανώσεις και, παρά τις αντιρρήσεις του Κρένζ , η επανενοποίηση της Γερμανίας «μπήκε στην ατζέντα».

Η πτώση του Τοίχους του Βερολίνου σηματοδοτεί το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την έναρξή ,όπως είπαμε , της διαδικασίας για την επανένωση της Γερμανίας ,η οποία πραγματοποιήθηκε το επόμενο έτος ,στις 3 Οκτωβρίου του 1990 . Προηγουμένως , μέχρι τον Φεβρουάριο του 1990 ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάποιας μορφής γερμανικής ενοποίησης ήταν αναπόφευκτη και ότι η ΕΣΣΔ θα μπορούσε να αποκομίσει περισσότερα οφέλη παίζοντας θετικό ρόλο στη διαδικασία. Αυτό που επιτάχυνε τη διαδικασία ξεπερνώντας και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις των παρατηρητών, και δη των αντίστοιχων Γερμανών, ήταν το συνδυαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής κατάρρευσης της ΛΔΓ και των εκλογών που διεξήχθησαν εκεί τον Μάρτιο του 1990. Έχοντας πλέον πρόσβαση στα δυτικογερμανικά προϊόντα, που θεωρούνταν ανώτερα, οι Ανατολικογερμανοί δεν ήθελαν πια να αγοράζουν ανατολικά αγαθά. Η παραγωγή σταμάτησε. Ωστόσο, τα πιο ακριβά δυτικά καταναλωτικά αγαθά εξακολουθούσαν να παραμένουν απρόσιτα για τους Ανατολικογερμανούς, επειδή τα χρήματά τους ήταν σχεδόν άνευ αξίας όταν τα αντάλλασσαν με το γερμανικό μάρκο. Στις εκλογές , περισσότερο από το 40% των Ανατολικογερμανών ψήφισε το CDU του Κολ -ένα κόμμα χωρίς σχεδόν καμία βάση στα ανατολικά-απλώς και μόνο επειδή σκεφτόταν ότι κάτι τέτοιο θα επιτάχυνε την ενοποίηση. Το αποτέλεσμα εξέπληξε την Ευρώπη. Με το ίδιο κόμμα τώρα να κυβερνά και την Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία, ήταν ότι η ενοποίηση δεν ήταν ένα ζήτημα που θα μπορούσε να αφεθεί για το μέλλον. Ήταν ένα ζήτημα που απαιτούσε επίλυση εδώ και τώρα.


[1] Ο ηγέτης, πλέον του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) Βίλυ Μπραντ και ο σύμβουλος του Εγκον Μπαρ είχαν θέσει σε κίνηση μία νέα, πιο ανθεκτική πολιτική υφεσης, την Ostpolitik (πολιτική για την Ανατολή) η οποία βασιζόταν στην ιδέα της «αλλαγής μέσω της επαναπροσέγγισης». Οι στενότεροι δεσμοί με την Ανατολή θα βελτίωναν τη ζωή εκεί και θα μείωναν την αμοιβαία εχθρότητα.