Η Ελλάδα στη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου: από την αποτροπή στη στρατηγική αυτονομία – Γράφει ο Ιωάννης Χατζημπεάκης

Απόψεις

Το κεντρικό στοίχημα της Αθήνας δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα στις συμμαχίες και την εθνική αυτονομία. Είναι να μετατρέψει τη συμμαχική της αξιοπιστία σε πολλαπλασιαστή εθνικής ισχύος και, αντίστροφα, την εθνική της ισχύ σε αξιόπιστη συμμαχική συνεισφορά. Η συμφωνία Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Ανατολική Μεσόγειος εισέρχεται σε μια νέα περίοδο στρατηγικής ρευστότητας. Η παλαιότερη αντίληψη ότι η περιφερειακή ασφάλεια μπορεί να εξασφαλίζεται πρωτίστως μέσω της αμερικανικής παρουσίας, του ΝΑΤΟ και μιας σειράς διμερών σχέσεων δεν επαρκεί πλέον. Η επιστροφή του πολέμου υψηλής έντασης στην Ευρώπη, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η διάδοση πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων, ο ανταγωνισμός για τις θαλάσσιες ζώνες και τις υποδομές, αλλά και η ανάδυση νέων περιφερειακών σχημάτων δημιουργούν ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον.

Για την Ελλάδα, η αλλαγή αυτή έχει μια θεμελιώδη συνέπεια: η αποτροπή δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην προσδοκία ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει σε περίπτωση κρίσης. Χρειάζεται εθνική ικανότητα να αντέξει, να ελέγξει και να κλιμακώσει μια κρίση μέχρι να ενεργοποιηθούν οι ευρύτεροι συμμαχικοί μηχανισμοί.

Η υπογραφή, στις 31 Αυγούστου, της διακρατικής συμφωνίας Ελλάδας–Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο σημαντικότερη από μια ακόμη εξοπλιστική συμφωνία. Πρόκειται για πρόγραμμα περίπου 3 δισ. ευρώ, που προβλέπει πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας, με συστήματα David’s Sling, SPYDER και BARAK MX, ραντάρ MMR, εθνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου, καθώς και συμπληρωματικές δυνατότητες αντιμετώπισης drones. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης τεχνολογική μεταφορά και βιομηχανική συνεργασία.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να είναι περισσότερο ή λιγότερο «συμμαχική». Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς θα είναι ταυτόχρονα αξιόπιστη σύμμαχος και στρατηγικά αυτενεργή χώρα.

Από το «ανήκουμε» στο «μπορούμε»

Η ελληνική στρατηγική μετά το 2020 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε μια επιτυχημένη διεύρυνση των διεθνών ερεισμάτων της χώρας: ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κύπρος, αλλά και ενεργότερη παρουσία στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Η πολιτική αυτή ήταν αναγκαία. Δεν είναι όμως επαρκής.

Η νέα εποχή απαιτεί μετάβαση από τη διπλωματία των σχέσεων στη διπλωματία των δυνατοτήτων. Μια χώρα αποκτά πραγματική διαπραγματευτική ισχύ όχι απλώς επειδή έχει πολλούς εταίρους, αλλά επειδή μπορεί να προσφέρει κάτι που οι εταίροι της χρειάζονται.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της στρατηγικής αυτονομίας. Δεν σημαίνει αυτάρκεια ούτε αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ ή την ΕΕ. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, κάτι τέτοιο θα ήταν όχι μόνο μη ρεαλιστικό αλλά και στρατηγικά λανθασμένο. Σημαίνει ικανότητα αυτόνομης δράσης σε κρίσιμα πεδία, ώστε η χώρα να μην εξαρτά την επιβίωση και τις επιλογές της από την έγκαιρη απόφαση τρίτων.

Η Ελλάδα πρέπει να μπορεί να επιχειρεί μόνη της για ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα, να διατηρεί τις υποδομές της λειτουργικές, να προστατεύει τον εναέριο και θαλάσσιο χώρο της, να διαθέτει επαρκή αποθέματα πυρομαχικών και ανταλλακτικών και, κυρίως, να έχει δικό της σύστημα διοίκησης, ελέγχου και λήψης αποφάσεων.

Αυτό δεν αποδυναμώνει τις συμμαχίες. Τις ενισχύει.

Το ΝΑΤΟ, άλλωστε, έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, οι Σύμμαχοι συμφώνησαν σε στόχο επενδύσεων 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035, με τουλάχιστον 3,5% για τις βασικές αμυντικές ανάγκες και έως 1,5% για υποδομές, ανθεκτικότητα, κυβερνοασφάλεια, καινοτομία και αμυντική βιομηχανία.

Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα. Διότι το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς να αγοράσει περισσότερα όπλα, αλλά να οικοδομήσει ικανότητες που παραμένουν διαθέσιμες και σε συνθήκες μεγάλης κρίσης.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως στρατηγική δοκιμασία

Η αξία της συμφωνίας με το Ισραήλ βρίσκεται ακριβώς στην αρχιτεκτονική της.

Η Ελλάδα δεν αποκτά απλώς έναν ακόμη τύπο πυραύλου. Επιδιώκει να δημιουργήσει ένα πολυεπίπεδο πλέγμα προστασίας απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, πυραύλους cruise, αεροσκάφη και drones. Το ισραηλινό μοντέλο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή βασίζεται στην ενσωμάτωση αισθητήρων, όπλων, διοίκησης και ελέγχου και στην αξιοποίηση πραγματικής επιχειρησιακής εμπειρίας. Το ίδιο το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας χαρακτηρίζει τη συμφωνία τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων.

Η επιλογή είναι στρατηγικά εύλογη, αλλά εμπεριέχει και έναν κίνδυνο: η εξάρτηση από ξένη τεχνολογία μπορεί να αντικαταστήσει την εξάρτηση από ξένη πολιτική βούληση με εξάρτηση από ξένο εφοδιασμό.

Επομένως, η επιτυχία της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα κριθεί όχι μόνο από την επιχειρησιακή απόδοση των συστημάτων αλλά από το τι θα βρίσκεται πίσω από αυτά.

Πρώτον, απαιτείται πραγματική μεταφορά τεχνογνωσίας και όχι απλώς συναρμολόγηση στην Ελλάδα.

Δεύτερον, χρειάζεται ελληνική ικανότητα συντήρησης, αναβάθμισης και σταδιακής ανάπτυξης υποσυστημάτων.

Τρίτον, το σύστημα πρέπει να συνδεθεί με την Πολεμική Αεροπορία, το Πολεμικό Ναυτικό, τα F-35 και Rafale, τα πλοία επιφανείας, τα UAV, τον ηλεκτρονικό πόλεμο και τα εθνικά δίκτυα πληροφοριών.

Τέταρτον, πρέπει να υπάρχει ελληνική επιχειρησιακή κυριότητα. Η Ελλάδα πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο στο πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιείται η άμυνά της.

Αυτό είναι και το σημείο όπου η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να μετατραπεί από εξοπλιστικό πρόγραμμα σε στρατηγικό πρόγραμμα.

Η Ανατολική Μεσόγειος ως ενιαίος χώρος ασφαλείας

Η νέα πραγματικότητα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία. Η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται πλέον οργανικά με την Κύπρο, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Μέση Ανατολή και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Ισραήλ έχει ήδη ενισχύσει τη στρατιωτική της συνεργασία μέσω κοινού Σχεδίου Δράσης και του προγράμματος στρατιωτικής συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ για το 2026, με κοινές δραστηριότητες, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και διαβουλεύσεις.

Η τάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς η περιοχή μετατρέπεται σε χώρο πολλαπλών, αλληλοεπικαλυπτόμενων συνεργασιών. Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει την παγίδα της δημιουργίας ενός «αντιτουρκικού μπλοκ». Μια τέτοια λογική θα περιόριζε τη διπλωματική της ευελιξία και θα έδινε στην Άγκυρα τη δυνατότητα να παρουσιάζει την Αθήνα ως παράγοντα πόλωσης.

Ο στόχος πρέπει να είναι διαφορετικός: μια αρχιτεκτονική σταθερότητας στην οποία η Ελλάδα αποτελεί αναντικατάστατο κόμβο.

Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να συνδέσει την αμυντική συνεργασία με την ενεργειακή ασφάλεια, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις ψηφιακές υποδομές, την προστασία κρίσιμων υποδομών και την πολιτική προστασία.

Η Ελλάδα μπορεί να καταστεί ο νότιος ευρωπαϊκός κόμβος ενός συστήματος που συνδέει Ευρώπη, Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή.

Το νέο περιφερειακό περιβάλλον

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο έντονη από τις πρόσφατες εξελίξεις. Στις 7 Αυγούστου 2026, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν το Σύμφωνο Κοινής Άμυνας της Μέκκας, το οποίο προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Στις 31 Αυγούστου συμφωνήθηκε μάλιστα η δημιουργία μόνιμης γραμματείας για τον συντονισμό της συνεργασίας.

Δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αυτομάτως ως «αντιελληνική συμμαχία». Θα ήταν στρατηγικό λάθος. Είναι, όμως, σαφής ένδειξη ότι η περιφερειακή ασφάλεια μετακινείται προς πολυκεντρικά και ευέλικτα σχήματα, στα οποία οι χώρες δεν περιορίζονται πλέον στα παραδοσιακά δυτικά πλαίσια.

Η Ελλάδα οφείλει να κάνει το ίδιο — χωρίς να εγκαταλείψει τη Δύση.

Η απάντηση δεν είναι η επιλογή στρατοπέδου αλλά η δημιουργία στρατηγικού βάθους.

Τι σημαίνει πρακτικά στρατηγική πρωτοβουλία

Για να συνδυάσει συμμαχική αξιοπιστία και εθνική πρωτοβουλία, η Ελλάδα χρειάζεται πέντε παράλληλες κατευθύνσεις.

Πρώτον, εθνική αρχιτεκτονική διοίκησης και ελέγχου. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα ενός εθνικού δικτύου αισθητήρων και C4ISR που θα ενοποιεί αεράμυνα, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, drones, δορυφορικά δεδομένα και ηλεκτρονικό πόλεμο.

Δεύτερον, στρατηγικά αποθέματα. Η πιο σύγχρονη πλατφόρμα είναι άχρηστη εάν δεν υπάρχουν αναχαιτιστές, πυρομαχικά, ανταλλακτικά και δυνατότητα αναπλήρωσης σε παρατεταμένη κρίση.

Τρίτον, αμυντική βιομηχανία. Η τεχνολογική συνεργασία με το Ισραήλ πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αποκτήσει η Ελλάδα παραγωγικές και ερευνητικές δυνατότητες. Το ίδιο ισχύει για τη συνεργασία με τη Γαλλία. Η ελληνογαλλική στρατηγική σχέση έχει ήδη ενταχθεί σε μια ευρύτερη συζήτηση για τον ευρωπαϊκό πυλώνα άμυνας.

Τέταρτον, ευρωπαϊκός πυλώνας. Η Ελλάδα δεν πρέπει να βλέπει την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία ως ανταγωνιστική προς το ΝΑΤΟ. Πρέπει να επιδιώξει ευρωπαϊκές δυνατότητες που συμπληρώνουν το ΝΑΤΟ: αεράμυνα, στρατιωτική κινητικότητα, δορυφορικές υποδομές, κυβερνοάμυνα και κοινή παραγωγή πυρομαχικών.

Πέμπτον, πολιτική στρατηγική πρωτοβουλία. Η στρατιωτική ισχύς πρέπει να υπηρετεί σαφείς πολιτικούς στόχους. Η Αθήνα χρειάζεται να διαμορφώσει κόκκινες γραμμές, σενάρια κρίσης και μηχανισμούς ταχείας λήψης αποφάσεων πριν από την κρίση — όχι κατά τη διάρκειά της.

Από τον «πελάτη ασφαλείας» στον πάροχο ασφάλειας

Η μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται η Ελλάδα είναι νοοτροπίας.

Για δεκαετίες η χώρα αντιμετώπιζε την ασφάλειά της ως ζήτημα εγγυήσεων: ποιος θα μας στηρίξει, ποιος θα παρέμβει, ποιος θα επιβάλει κόστος στον αντίπαλο.

Η νέα εποχή απαιτεί διαφορετικό ερώτημα:

Τι μπορούμε εμείς να προσφέρουμε ώστε η παρουσία μας να είναι αναγκαία στους συμμάχους μας;

Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της στρατηγικής αυτονομίας.

Η Ελλάδα έχει γεωγραφικά πλεονεκτήματα που λίγες ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν: βρίσκεται στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Βαλκανίων, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής. Διαθέτει νησιωτικό σύμπλεγμα, κρίσιμους λιμένες, αεροπορικές βάσεις, ενεργειακές και τηλεπικοινωνιακές υποδομές και άμεση πρόσβαση σε θαλάσσιες οδούς στρατηγικής σημασίας.

Αν τα συνδυάσει με σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις, αμυντική βιομηχανία, ανθεκτικές υποδομές και ένα δίκτυο περιφερειακών συνεργασιών, μπορεί να περάσει από τον ρόλο του καταναλωτή ασφάλειας στον ρόλο του παρόχου ασφάλειας.

Αυτό είναι το στοίχημα της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Δεν θα κριθεί εάν η Ελλάδα αγόρασε αρκετούς πυραύλους. Θα κριθεί εάν απέκτησε μια εθνική ικανότητα που μπορεί να λειτουργεί, να εξελίσσεται και να συνδέεται με τις συμμαχικές δομές χωρίς να εξαρτάται απόλυτα από αυτές.

Η συμμαχική αξιοπιστία και η στρατηγική αυτονομία, επομένως, δεν είναι αντίθετες έννοιες. Η πρώτη χωρίς τη δεύτερη δημιουργεί εξάρτηση. Η δεύτερη χωρίς την πρώτη δημιουργεί απομόνωση. Η ελληνική στρατηγική πρέπει να επιδιώξει τον συνδυασμό τους.

Στην Ανατολική Μεσόγειο του 2026, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει να διαμορφωθεί η νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας από άλλους. Πρέπει να συμμετέχει στη διαμόρφωσή της.

Και η στιγμή είναι κατάλληλη: η Αθήνα διαθέτει ήδη τις συμμαχίες, τις αμυντικές επενδύσεις, τη γεωγραφία και την επιχειρησιακή εμπειρία. Το επόμενο βήμα είναι να τα μετατρέψει σε ενιαία εθνική στρατηγική.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μπορεί να είναι το πρώτο μεγάλο κομμάτι αυτής της στρατηγικής. Όχι επειδή προσφέρει στην Ελλάδα μια ακριβότερη αεράμυνα, αλλά επειδή —εφόσον ενσωματωθεί σωστά— μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας διαφορετικής αντίληψης ισχύος: η Ελλάδα να μην περιμένει απλώς προστασία, αλλά να είναι σε θέση να παράγει ασφάλεια για τον εαυτό της, τους συμμάχους της και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο.