H υπογραφή των συμβάσεων ανάμεσα στο Ελληνικό Δημόσιο και την κοινοπραξία της ‘‘Chevron – Helleniq Energy’’ σχετικά με την προς εκμετάλλευση παραχώρηση στην αντισυμβαλλόμενη του ελληνικού κράτους τεσσάρων ‘‘θαλάσσιων οικοπέδων’’ (οικόπεδα ‘‘Νοτίως της Πελοποννήσου’’, ‘‘Α2’’, ‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’) ξεσήκωσε ‘‘θύελλα’’ στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, προφανώς διότι μια τροπολογία της ‘‘τελευταίας ώρας’’ στο κείμενο των συμβάσεων εκλήφθηκε από πολιτικές δυνάμεις και μέρος του δημοσιογραφικού κόσμου ως ευθέως σχετιζόμενη με μια πιθανή ‘‘απομείωση’’ των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, ειδικά στα δύο άνω ‘‘οικόπεδα’’ που αφορούν τη νοτίως της Κρήτης θαλάσσια περιοχή (ίδετε τον Χάρτη 1 στο τέλος του κειμένου).
Η επίμαχη προσθήκη στο κείμενο των συμβάσεων, όπως γράφεται σ’ αυτές, αποσκοπεί στη ρητή και εκ των προτέρων ρύθμιση των εννόμων συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν από τυχόν μελλοντική διεθνή συμφωνία οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας ή και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Ελλάδος με γειτονικό κυρίαρχο κράτος ή κράτη, στο μέτρο που μια τέτοια συμφωνία επηρεάζει τη γεωγραφική έκταση της αντίστοιχης υπό παραχώρηση στην άνω κοινοπραξία ‘‘Συμβατικής Περιοχής’’.
Πρακτικά δηλαδή προβλέφθηκε με την προσθήκη ότι στο ενδεχόμενο που η Ελλάδα υπογράψει στο μέλλον διεθνείς συμφωνίες οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ της με όμορο κράτος ή κράτη, με τα οποία έχει αντικείμενες ακτές, και βάσει αυτών των συμφωνιών οριοθέτησης (υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ) η δική της υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ προσαρμοστεί κατά τέτοιο τρόπο που να ελαττώνεται η επιφάνεια ή και το σχήμα των ‘‘θαλάσσιων οικοπέδων’’ που παραχωρούνται στην κοινοπραξία, τότε η επιφάνεια και το σχήμα αυτών των ‘‘θαλάσσιων οικοπέδων’’ (de facto η επιφάνεια και το σχήμα των οικοπέδων ‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’) θα αλλάξουν κατά τρόπο που να εμπίπτουν (η επιφάνεια και το σχήμα των οικοπέδων) εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ που θα έχει προκύψει για την Ελλάδα μετά από μια πιθανή μελλοντική οριοθέτηση με τρίτη χώρα ή (τρίτες) χώρες.
Μάλιστα, σε τούτο το ενδεχόμενο (της μελλοντικής άνω οριοθέτησης) η προσθήκη των συμβάσεων καθιερώνει ‘‘εξισορροπητικές’’ της δημιουργηθησόμενης κατάστασης ρήτρες, ήτοι προβλέπεται ότι αφενός το Ελληνικό Δημόσιο δεν θα υποχρεούται, λόγω πιθανής εμβαδομετρικής ελάττωσης των ‘‘θαλάσσιων οικοπέδων’’, άρα και του πεδίου ερευνών και εκμετάλλευσής τους, να αποζημιώσει την κοινοπραξία της Chevron, αφετέρου δε η κοινοπραξία θα δικαιούται να λάβει, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, τις όποιες στρεμματικές αποζημιώσεις και τα όποια πρόσθετα ανταλλάγματα που θα έχει καταβάλει μέχρι τότε προς το Ελληνικό Δημόσιο, ανάλογα και με τη ‘‘μείωση’’ της ‘‘Συμβατικής Περιοχής’’ που θα έχει επέλθει, ανάλογα δηλαδή και με το πόση και ποια θα είναι η άνω (πιθανή) ‘‘ελάττωση’’ των παραχωρηθέντων σ’ αυτήν ‘‘θαλάσσιων οικοπέδων’’.
Το μέγα ερώτημα, συνεπώς, είναι αν η παραπάνω προσθήκη στις συμβάσεις με την Chevron συνιστά de jure παραίτηση της χώρας από κυριαρχικά της δικαιώματα(;), μια που σε θαλάσσιες ζώνες, όπως η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ, ασκούνται μόνο τέτοια δικαιώματα και όχι ‘‘εθνική κυριαρχία’’. Και το ερώτημα αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό προφανώς διότι άπτεται άρρηκτα των εθνικών μας δικαιωμάτων και συμφερόντων.
Με το παρόν κείμενο, λοιπόν, θα περιηγηθούμε, όσο πιο σύντομα και περιεκτικά γίνεται, από τη θεωρία (αρχικά) στην πράξη (μετέπειτα) και εν συνεχεία θα εστιάσουμε σε αυτό που μπορούμε να αποκαλούμε ως ‘‘κάδρο των εξελίξεων’’, προκειμένου να διαφανεί ίσως με ‘‘διάχυτο φως’’ μια απάντηση στο κομβικό άνω ερώτημα, η οποία να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πραγματικότητα.
Στη θεωρία, καταρχάς, τα θαλάσσια οικόπεδα ‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’ βρίσκονται εντός τόσο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, όσο και της ελληνικής ΑΟΖ. Γι’ αυτό και προκηρύχθηκε, εξάλλου, ο διαγωνισμός της αξιοποίησής τους, με τις προδιαγραφές και τη λογική του Ν. 4001/2011 (‘‘νόμου Μανιάτη’’), ο οποίος (διαγωνισμός) κερδήθηκε τελικά από την άνω κοινοπραξία. Η μεν υφαλοκρηπίδα μας στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή, εκ του Δικαίου της Θάλασσας, υφίσταται ab initio (εξαρχής) και ipso facto (αυτοδικαίως), χωρίς να απαιτείται για την κατοχύρωσή της και την επίκλησή της από την Ελλάδα οποιαδήποτε άλλη (ακόμη και νομική) ενέργεια, η δε ΑΟΖ μας όμως, για να αποκτήσει νομική υπόσταση, πρέπει πρώτα να κηρυχθεί από τη χώρα μας με επίσημη νομοθετική πρωτοβουλία εντός της εσωτερικής (μας) έννομης τάξης.
Το ζήτημα εν προκειμένω όμως είναι ότι η πλήρης εκτύλιξη, κατά το Δίκαιο της Θάλασσας, τόσο της υφαλοκρηπίδας, όσο και της ΑΟΖ μας (σε γεωγραφικό εύρος 200 ν.μ. από τις ελληνικές ακτογραμμές) στο γεωφυσικό περιβάλλον της νοτιανατολικής Μεσογείου είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη διότι οι εν λόγω θαλάσσιες ζώνες, κατά την εκτύλιξή τους, αλληλεπικαλύπτονται με τις αντίστοιχες θαλάσσιες ζώνες των χωρών νοτίως της Κρήτης, δηλαδή αλληλεπικαλύπτονται με τις ζώνες της Λιβύης (κυρίως) και της Αιγύπτου.
Η Διεθνής Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), την οποία, παρεμπιπτόντως, έχουν συνυπογράψει και επικυρώσει η Αίγυπτος (το 1983), η Λιβύη (το 1990) και η Ελλάδα (το 1995), προβλέπει ότι όταν υφίσταται αντικειμενικά αληλλεπικάλυψη της υφαλοκρηπίδας (άρ. 83 της ULCLOS) ή και της ΑΟΖ (άρ. 74 της ULCLOS) μεταξύ δύο ή και περισσότερων παράκτιων κρατών, τότε η οριοθέτηση αυτών των ζωνών μεταξύ των κρατών με έναντι ή προσκείμενες ακτές πραγματοποιείται κατόπιν συμφωνίας με βάση το διεθνές δίκαιο ή με παραπομπή σε διεθνές δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 38 του καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, με τελικό σκοπό την επίτευξη ‘‘δίκαιης λύσης’’ για όλα τα μέρη.
Η Ελλάδα έχει προβεί (τον Αύγουστο του 2020) σε μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ της με την Αίγυπτο, ωστόσο επί της θαλάσσιας περιοχής που έχουν ‘‘τοποθετηθεί’’ τα οικόπεδα ‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’, η χώρα δεν έχει προχωρήσει σε συνοριοθέτηση με τη Λιβύη της αλληλεπικαλυπτόμενης τόσο υφαλοκρηπίδας, όσο και ΑΟΖ. Αν δε κάποτε επιλέξει όντως να γίνει εκεί συνοριοθέτηση, τότε αυτή είτε θα λάβει τη μορφή διμερούς διεθνούς συμφωνίας, είτε θα γίνει κατόπιν παραπομπής του ζητήματος σε αρμόδιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο που θα εκδώσει απόφαση για τα όρια της δικαιοδοσίας των κρατών επί των επίμαχων θαλάσσιων ζωνών τους. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, η εκτύλιξη των ζωνών των παράκτιων κρατών δεν θα είναι πλήρης αλλά οι θαλάσσιες ζώνες τους θα προσαρμοστούν, στο πλαίσιο της συμφωνίας ή της απόφασης, και άρα ενδεχομένως θα έχουν στο τέλος, στην τελική τους μορφή, τροποποιηθεί εμβαδομετρικά και σχηματικά εν συγκρίσει με τη μορφή που έχουν στην αρχική, πλήρη εκτύλιξη τους.
Κατά συνέπεια, η ‘‘πολυθρύλητη’’ άνω προσθήκη στις συμβάσεις με την Chevron που αφήνει ‘‘ανοικτό’’ ένα τέτοιο ενδεχόμενο και ορίζει αναλυτικά και συγκεκριμένα το τι θα συμβεί αν τελικά λάβει χώρα τούτο το ενδεχόμενο, τουλάχιστον στη θεωρία (την οποία, όπως είπα, εξετάζουμε αρχικώς) δεν αντίκειται, και δη δεν αντίκειται καθόλου, στο διεθνές δίκαιο, δεν προκαλεί κανένα εριζόμενο νομικό ζήτημα και δεν συνιστά ‘‘εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων’’, η οποία (‘‘εκχώρηση’’), ούτως ή άλλως, δεν νοείται να υλοποιείται και να κατοχυρώνεται σε συμβάσεις ενός κυρίαρχου κράτους με έναν ιδιωτικών συμφερόντων επιχειρηματικό όμιλο.
Μάλιστα, το νομικό θεμέλιο των συμβάσεων με την Chevron είναι έως και ‘‘αδιάτρητο’’ υπό την έννοια της σ’ αυτές συμπερίληψης της άνω προστατευτικής, προληπτικής συμβατικής ρήτρας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εξαρχής εξασφαλίζει ότι η πλήρωση του προβλεφθέντος στις συμβάσεις άνω ενδεχομένου δεν θα του επιφέρει καμία βλάβη και δεν θα ‘‘εξοπλίσει’’ την αντισυμβαλλόμενη κοινοπραξία με οποιαδήποτε πρόσθετη αξίωση. Δια ταύτα, άλλωστε, οι συμβάσεις πέρασαν με ‘‘επιτυχία’’ και τον προσυμβατικό έλεγχο νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ίδετε Πράξη ΕΣ 6/2026, Ε’ Κλιμάκιο).
Πέρα όμως απ’ όλα τα ανωτέρω, αν διαβούμε από τη θεωρία στην πράξη, συνεχίζεται το ‘‘καλώς έχειν’’ των πραγμάτων ή εκεί προκύπτουν διαφοροποιημένες διαπιστώσεις; Στο πεδίο αυτό, για την κατανόηση της κατάστασης, απαιτείται να δούμε – έστω συνοπτικά – την ‘‘πραγματικότητα της ευρύτερης περιοχής’’ υπό το πρίσμα τετελεσμένων γεγονότων, να αναρωτηθούμε για τον σκοπό της επίμαχης προσθήκης στις συμβάσεις (γιατί, άραγε, συμπληρώθηκαν οι συμβάσεις με τη συγκεκριμένη προσθήκη;) και να εντοπίσουμε ένα κριτήριο επί του οποίου θα βασίσουμε τη σκέψη μας και θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε, έστω κατά λογική εικασία, στο άνω ‘‘γιατί’’.
Καταρχάς, στο επίπεδο της γεωπολιτικής πραγματικότητας, η Λιβύη αντιτίθεται σφόδρα στην από την Ελλάδα παραχώρηση των δύο ‘‘οικοπέδων’’ νοτίως της Κρήτης στην άνω κοινοπραξία καθώς ισχυρίζεται ότι πάνω από το 85% (!) της θαλάσσιας έκτασης των 23.300 τετρ. χλμ., που ‘‘εγκολπώνεται’’ σ’ αυτά τα ‘‘οικόπεδα’’, βρίσκεται και ανήκει στη δική της υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (ίδετε τον Χάρτη 2 στο τέλος του κειμένου). Έτσι, θεωρεί ότι η εκ μέρους μας προς την Chevron άνω παραχώρηση ‘‘παραβιάζει’’ τα δικά της κυριαρχικά δικαιώματα στις θαλάσσιες ζώνες της και φτάνει να… αμφισβητεί μέχρι και τα όρια της ΑΟΖ μας στο Ιόνιο πέλαγος.
Μάλιστα, τον Μάρτιο του 2025, μετά από 17 χρόνια, η Λιβύη προχώρησε σε γύρο αδειοδοτήσεων για την παραχώρηση δικαιωμάτων εξερεύνησης υδρογονανθράκων σε 11 θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί ως ‘‘δικές της’’ και έχει ήδη όντως παραχωρήσει από τον Ιούνιο του άνω έτους, μέσω διμερούς συμφωνίας, στην τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου (ΤΡΑΟ) το δικαίωμα εξερεύνησης, για λογαριασμό της αντίστοιχης δικής της κρατικής εταιρίας (LNOC), σε τέσσερα θαλάσσια ‘‘οικόπεδα’’ από τα παραπάνω.
Πέραν τούτων, από τον Νοέμβριο του 2019, η Λιβύη έχει υπογράψει με την Τουρκία το διαβόητο ‘‘Τουρκο-λιβυκό Μνημόνιο’’ (ίδετε τον Χάρτη 3 στο τέλος του κειμένου), με βάση τη χωροθετική σχηματοποίηση και αποτύπωση του οποίου αφενός αναφορικά με το οικόπεδο ‘‘Κρήτη 2’’ το συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι του ανήκει στη λιβυκή ΑΟΖ και ένα έτερο (μικρό) τμήμα ανήκει στην τουρκική ΑΟΖ και αφετέρου αναφορικά με το οικόπεδο ‘‘Κρήτη 1’’ ένα τμήμα του στα νοτιοανατολικά ανήκει (πάλι) στη λιβυκή ΑΟΖ (ίδετε για τον κρίσιμο αυτόν ισχυρισμό πολύ προσεκτικά τον Χάρτη 1 στο τέλος του κειμένου).
Παρεμπιπτόντως, το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο ενέχει όλα τα νομοτυπικά στοιχεία (essentialia negotii) μιας διμερούς διεθνούς συνθήκης και έχει κατατεθεί, σύμφωνα με το άρ. 102 του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ, στη Γραμματεία του Οργανισμού. Και μπορεί για εμάς, όπως και για άλλες χώρες και για ένα μεγάλο μέρος της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, να θεωρείται, ως προς το ουσιαστικό ρυθμιστικό του περιεχόμενο, ακυρωτέο (‘‘legally voidable’’ κατά τη διεθνή νομική ορολογία) αλλά τα συμβαλλόμενα σ’ αυτό μέρη το εκλαμβάνουν ως νομικά ισχυρό και ενεργό και αποκρούουν τους ισχυρισμούς της Ελλάδας υπό το επιχείρημα ότι η εν λόγω συμφωνία δεν την αφορά (είναι για εμάς ‘‘res inter alios acta’’).
Όλα τα παραπάνω μάλιστα τα υπογραμμίζει η Λιβύη στη ρηματική διακοίνωσή της (note verbale) προς τον ΟΗΕ (ίδετε την Α/79/916 διακοίνωση https://digitallibrary.un.org/record/4085156?ln=en&v=pdf), στην οποία φτάνει μέχρι το σημείο να αμφισβητεί τη νομική εγκυρότητα και της συμφωνίας περί οριοθέτησης ΑΟΖ (ίδετε παραπάνω) μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου.
Η καταγραφή, επομένως, δια της αναφοράς τετελεσμένων εξελίξεων, της ‘‘πραγματικότητας της ευρύτερης περιοχής’’ είναι και το ‘‘βάθρο’’ επί του οποίου τίθεται το άνω ‘‘γιατί’’, το ‘‘γιατί’’ που αφορά τη συμπερίληψη της άνω συγκεκριμένης προσθήκης στο κείμενο των συμβάσεων με την Chevron. Για να απαντηθεί όμως αυτό το ‘‘γιατί’’, έστω κατά λογική εικασία όπως έγραψα ανωτέρω, χρειάζεται να ‘‘στηριχθούμε’’ σε ένα λυσιτελές για την περίσταση ‘‘κριτήριο σκέψης’’.
Προτείνω, λοιπόν, να σκεφθούμε επί της συνδυαστικής ερμηνείας της άνω προσθήκης στο κείμενο των επίμαχων συμβάσεων με την Chevron με την πρόταση που είχε δημοσίως καταθέσει τον Οκτώβριο του 2025 ο Κυριάκος Μητσοτάκης για πενταμερή διάσκεψη των παράκτιων κρατών της Ανατολικής Μεσογείου (Ελλάδας, Τουρκίας, Λιβύης, Αιγύπτου και Κύπρου, ίδετε https://www.eleftherostypos.gr/politiki/kyriakos-mitsotakis-to-schedio-gia-pentameri-diaskepsi-anatolikis-mesogeiou) προκειμένου σε ένα κοινό forum να εξεταστούν όλα τα ζητήματα που (συν)αφορούν τις χώρες αυτές, ανάμεσα στα οποία, μεταξύ άλλων, είναι και ο καθορισμός/οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών τους.
Η άνω ‘‘συνδυαστική ερμηνεία’’ φαίνεται να ‘‘βγάζει’’ νόημα, έστω και για ορισμένους μόνο. Γιατί η Ελλάδα σε συμβάσεις με μια κοινοπραξία να προσθέσει την ‘‘πρόβλεψη’’ ότι τα παραχωρούμενα στην κοινοπραξία ‘‘θαλάσσια οικόπεδα’’ μπορούν ενδεχομένως να περιοριστούν ως προς τις διαστάσεις τους και τον αρχικό εν γένει προσδιορισμό τους σε περίπτωση που η χώρα (συν)οριοθετήσει με άλλη χώρα ή (άλλες) χώρες τις θαλάσσιες ζώνες της; Μήπως, μια που τα παραχωρούμενα οικόπεδα (ειδικά το ‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’) ‘‘διεκδικούνται’’ κατ’ ένα μέρος τους, σύμφωνα με τα παραπάνω, από τη Λιβύη και την Τουρκία, διότι έχει ήδη σκοπό, με βάση τα λεγόμενα του Πρωθυπουργού της, να προβεί μαζί με τις χώρες αυτές, και τις άλλες ‘‘εμπλεκόμενες’’ (Αίγυπτο και Κύπρο), σε μια ολιστική, πολυμερή συνοριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, κατά την οποία είναι εξαιρετικά πιθανόν τα παραχωρούμενα στην Chevron ‘‘οικόπεδα’’ να ‘‘μειωθούν’’, κατ’ επιφάνεια και σχήμα, από λίγο έως και πάρα πολύ;
‘‘Ίσως’’ είναι η (ή έστω μια) απάντηση. Όποιος όμως συμφωνεί με αυτό το ‘‘ίσως’’ (και δεν το ‘‘απορρίπτει’’), ‘‘υποχρεούται’’ να προβεί, εν συνεχεία, στην αναγκαία ‘‘γεωπολιτική συνεπαγωγή’’ που οδηγεί αυτή η απάντηση, η οποία ‘‘γεωπολιτική συνεπαγωγή’’ αναδεικνύει μια εξαιρετικά δυσμενή για τα εθνικά μας συμφέροντα ‘‘γεωπολιτική εξέλιξη’’.
Αν, λοιπόν, η συνοριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ στην περιοχή που βρίσκονται τα επίμαχα ‘‘θαλάσσια οικόπεδα’’ (‘‘Κρήτη 1’’ και ‘‘Κρήτη 2’’) γίνει υπό το άνω πενταμερές σχήμα που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, η Ελλάδα, όσον αφορά τη συμμετοχή σ’ αυτό το σχήμα της Τουρκίας, θα έχει ad hoc αποδεχθεί το (παράνομο και ‘‘ανεκδιήγητο’’) ‘‘τουρκολιβυκό μνημόνιο’’. Προφανώς, στην άνω ‘‘πενταμερή’’ θα συμμετέχουν χώρες που υποτίθεται ‘‘διεκδικούν’’ δικαιώματα στην επίμαχη θαλάσσια περιοχή και δη τα ‘‘διεκδικούν’’ επί μιας συγκεκριμένης ‘‘νομιμοποιητικής βάσης’’. Εν προκειμένω όμως, αυτή η ‘‘νομιμοποιητική βάση’’ των ‘‘διεκδικήσεων’’ της Τουρκίας είναι (κατά τον ισχυρισμό της) το ‘‘τουρκολιβυκό μνημόνιο’’.
Αντιλαμβάνεστε τη ‘‘γεωπολιτική συνεπαγωγή’’ που αναφύεται αν κάποιος υιοθετήσει το άνω ‘‘ίσως’’; Και βλέπετε και τη μελλοντική, πιθανή εκ της άνω ‘‘γεωπολιτικής συνεπαγωγής’’, ‘‘γεωπολιτική εξέλιξη’’; Η Ελλάδα που ομνύει, υποτίθεται, στο διεθνές δίκαιο και που σήμερα αρνείται σθεναρά και μετ’ επιτάσεως το ‘‘τουρκολιβυκό μνημόνιο’’, όπως ίσως υποδεικνύει η προσθήκη στις συμβάσεις με την Chevron, ενδέχεται, με την πιθανή, μετά από μια συνοριοθέτηση, ‘‘μείωση’’ της επιφάνειας των παραχωρούμενων στην εν λόγω κοινοπραξία ‘‘οικοπέδων’’, να ‘‘απολέσει’’ πεδία άσκησης κυριαρχικών της δικαιωμάτων και δη τούτο όχι μόνο υπέρ της Λιβύης, η οποία ούτως ή άλλως διεκδικεί, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, αξιώσεις της στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή αλλά – το κυριότερο και απολύτως κρισιμότερο – υπέρ της Τουρκίας, για την οποία ισχυρίζεται (η Ελλάδα) ότι οι όποιες ‘‘διεκδικήσεις’’ της σ’ αυτήν την περιοχή είναι όχι απλά έωλες αλλά νομικά ανυπόστατες και άκρως προκλητικές!
Άλλο, επομένως, η θεωρία και άλλο η πράξη στην περίπτωση που εξετάζουμε. Στη θεωρία, η οποία έχει να κάνει κυρίως με τη νομική αξιολόγηση του όλου ζητήματος, η επίμαχη προσθήκη στις συμβάσεις του Ελληνικού Δημοσίου με την Chevron δεν είναι ‘‘νομικά επιλήψιμη’’, ούτε ‘‘προβληματική’’, στην πράξη όμως, και δη στην πράξη που σχετίζεται με την ‘‘πραγματικότητα της ευρύτερης περιοχής’’ και με τα ‘‘γεωπολιτικά συμφραζόμενά’’ της, με την προσθήκη αυτήν, υπό μια τουλάχιστον οπτική ή υπό την οπτική μιας ‘‘εύλογης ερμηνείας’’, μπορεί και να ‘‘προοιωνίζονται’’ εξελίξεις άκρως επιβαρυντικές για τα εθνικά μας συμφέροντα, το εθνικό μας ‘‘αφήγημα’’ και το ‘‘γεωπολιτικό positioning’’ της χώρας.
Η ‘‘πραγματικότητα της ευρύτερης περιοχής’’, ωστόσο, εντάσσεται σε ένα γενικότερο ‘‘κάδρο γεωπολιτικών τεκταινομένων’’, όπως έγραψα παραπάνω, στο οποίο κάθε ‘‘παίκτης’’ έχει τις δικές του επιδιώξεις και καλείται παράλληλα να διαδραματίσει τον δικό του ρόλο, έτσι όπως αυτός διαμορφώνεται από τους σχεδιασμούς των ‘‘συμμαχικών στερεωμάτων’’ στα οποία ανήκει. Υπό αυτή την παραδοχή, αυτή η φανερή ‘‘κινητικότητα’’ στη θαλάσσια περιοχή για την οποία ομιλούμε, και όχι μόνο, ίσως θα πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τη ‘‘γεωπολιτική τελολογία’’ για το ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον των ΗΠΑ, δηλαδή της ηγεμονικής, προσώρας(;), δύναμης του Πλανήτη, όπως αυτή η ‘‘γεωπολιτική τελολογία’’ παρουσιάζεται και αναλύεται στην επίσημη Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας της (Νοέμβριος 2025, USA National Security Strategy, https://www.whitehouse.gov/wp-content/uploads/2025/12/2025-National-Security-Strategy.pdf).
Οι ΗΠΑ, λοιπόν, σκοπεύουν να βασιστούν στην ολοένα και μεγεθυνόμενη πολεμική ικανότητα και στις αυξανόμενες δυνατότητες σημαντικών περιφερειακών δρώντων να διεκπεραιώνουν και να φέρουν σε επιτυχές πέρας στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, έτσι ώστε αυτές οι περιφερειακές δυνάμεις να τις υποκαθιστούν στο ρόλο του ‘‘θεματοφύλακα’’ της ασφάλειας του παραπάνω αναφερόμενου ‘‘γεωγραφικού τόξου’’, μέσα από την οποία (ασφάλεια) εξυπηρετούνται τα αμερικανικά γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Και μπορεί η άνω Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας να μην επικεντρώνεται στη νοτιοανατολική Μεσόγειο αποσπασματικά και περιπτωσιολογικά, όσον αφορά τις χώρες της και τις μεταξύ τους διεθνείς σχέσεις, αλλά, ωστόσο, με ‘‘συμπεριληπτικό πνεύμα’’ εκλαμβάνει την εν λόγω περιοχή ως ενιαίο χώρο (unified area) με τη Β. Αφρική και τη Μέση Ανατολή, όπου η Τουρκία, η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα κράτη του Κόλπου και εν τέλει οι Ευρωπαίοι εταίροι, ακολουθώντας την έκδηλη ‘‘συναλλακτική αντίληψη’’ της τρέχουσας αμερικανικής ηγεσίας, και συναποτελώντας ‘‘εκόντες-άκοντες’’, παρά τις όποιες ανάμεσά τους διαφορές ή και ‘‘τριβές’’, τον ‘‘φιλοαμερικανικό άξονα’’, θα (πρέπει να) συνεργάζονται για να εξασφαλίζουν τις ενεργειακές, εμπορικές και θαλάσσιες οδούς και τις επ’ αυτών ροές, γεγονός που παγιώνει την εποπτική ηγεμονία των ΗΠΑ στον άνω ενιαίο χώρο. Υπό αυτές τις συνθήκες, τόσο η Ελλάδα, όσο και η Τουρκία, είναι, για διαφορετικούς λόγους, το ίδιο ‘‘χρήσιμες’’ για τα αμερικανικά σχέδια.
Αφενός, η Ελλάδα, ως σταθερός και προβλέψιμος στρατηγικός εταίρος, συνιστά για τις ΗΠΑ ‘‘σημείο απόλυτης γεωγραφικής καταλληλότητας’’ για νευραλγικές ενεργειακές και στρατιωτικές υποδομές, σημαντικός ‘‘κόμβος’’ επί των άνω ενεργειακών, εμπορικών και θαλάσσιων ‘‘δρόμων’’ και πολύτιμο ‘‘γρανάζι’’ τόσο για το ‘‘mega-project’’ του IMEC (India – Middle East – Europe Economic Corridor), το οποίο θεωρείται το ‘‘αντίπαλο δέος’’ του κινέζικου ‘‘Δρόμου του Μεταξιού’’ (BRI), όσο και για τον λεγόμενο ‘‘κάθετο διάδρομο’’.
Αφετέρου, η Τουρκία είναι ‘‘αναπόσπαστο κομμάτι’’ των άνω ‘‘επιθυμητών συνεργειών’’ και της υπέρ των ΗΠΑ διάδρασης των περιφερειακών ‘‘παικτών’’ της περιοχής, δεδομένου ότι θεωρείται από τους Αμερικανούς (έστω υποθετικά) ως σταθεροποιητικός παράγων στη Μέση Ανατολή και ως στρατηγικός εταίρος στο ζήτημα των ενεργειακών κόμβων και της αμυντικής τεχνολογίας και δη ως εταίρος τοποθετημένος στο κέντρο της Ευρασίας, ικανός για την αντιμετώπιση της κινεζικής επιρροής, αν και βέβαια δεν είναι λίγες οι ‘‘φωνές’’ στην Ουάσινγκτον που τονίζουν ότι πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ‘‘αμφιλεγόμενος και μη απόλυτα ευθυγραμμισμένος σύμμαχος’’ (non aligned global swing state) που έχει τα δικά του συμφέροντα και τις δικές του γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όσον αφορά τα των συμβάσεων με την Chevron, στο καλύτερο σενάριο, πριν από μια πενταετία τουλάχιστον δεν πρέπει να περιμένουμε την πρώτη γεώτρηση και πριν από μια δεκαετία από τώρα την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, αν φυσικά προκύψει κάποια ανακάλυψη. Υπάρχει, επομένως, πολύς ‘‘δρόμος’’ μπροστά μας και δη ένας ‘‘δρόμος’’ που, με βάση τις ιδιαιτερότητες της ευρύτερης περιοχής, τα χαρακτηριστικά και τα δεδομένα των ‘‘παικτών’’ της, την πολυμέρεια των επιδιώξεων και τη ‘‘συνθετότητα’’ των ‘‘γεωστρατηγικών σχεδιασμών’’, δεν αποκλείεται, και μάλιστα δεν αποκλείεται καθόλου, να ‘‘κρύβει’’ οποτεδήποτε και για τον οποιονδήποτε ‘‘εκπλήξεις’’, ‘‘συνταρακτικές εξελίξεις’’, ίσως και ανατροπές και ‘‘επιπλοκές’’, για τις οποίες η Ελλάδα πρέπει να προετοιμάζεται και να είναι ιδιαιτέρως προσεκτική. Εδώ (ελπίζουμε ότι) θα είμαστε, για να τα ζήσουμε όλα…..
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science
Χάρτης 1: Ο Χάρτης δείχνει τη γεωγραφική σχέση και αλληλεπικάλυψη που έχουν τα με την ονομασία ‘‘Νότια Κρήτη 1’’ και ‘‘Νότια Κρήτη 2’’ ‘‘θαλάσσια οικόπεδα’’ με τον χώρο που οριοθετήθηκε με το ‘‘τουρκολιβυκό μνημόνιο’’.

Χάρτης 2: Εμφανίζονται τα οικόπεδα ‘‘Νότια Κρήτη 1’’ και ‘‘Νότια Κρήτη 2’’ και με διακεκομμένη γραμμή η θεωρητική λιβυκή υφαλοκρηπίδα, επί της οποίας προβάλλει αξιώσεις η αφρικανική χώρα.

Χάρτης 3: Η χωροθετική απεικόνιση του ‘‘τουρκολιβυκού μνημονίου’’.


