Η Ιερά Μητρόπολις Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος, με την κατ’ άνθρωπον λύπη αλλά και με την βεβαιότητα της Αναστάσεως, αγγέλλει στο πλήρωμα της τοπικής Εκκλησίας την προς Κύριον εκδημία του συνταξιούχου Κληρικού της, Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου Γεωργίου Μπιλιάγκα, επί σειρά ετών Εφημερίου και Προϊσταμένου του Ιερού Καθεδρικού Ναού Θείας Αναλήψεως Κατερίνης.
Η σορός του εκλιπόντος ήδη βρίσκεται στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Θείας Αναλήψεως Κατερίνης, όπου τίθεται σε λαϊκό προσκύνημα μέχρι σήμερα Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου, όπου στις 4 το απόγευμα θα ψαλεί η εξόδιος ακολουθία.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο αείμνηστος Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Γεώργιος Μπιλιάγκας, γεννήθηκε το 1926 στη Σκοτίνα Πιερίας. Γονείς του ήταν ο Ιερέας Ιωάννης και την Πρεσβυτέρα Αναστασία, οι οποίοι τον μεγάλωσαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο νεαρός Γεώργιος διακονώντας στο αναλόγιο της Ενορίας Σκοτίνας, όπου εφημέρευε ο πατέρας του, ονειρευόταν τη δική του είσοδο στην Ιερωσύνη.
Την στρατιωτική του θητεία υπηρέτησε ως Διαβιβαστής στο Μέτωπο και συγκεκριμένα στον Γράμμο και στο Βίτσι, κατά τα δύσκολα χρόνια 1946-1949.
Νυμφεύτηκε την άξια πρεσβυτέρα του Καλλιόπη, με την οποία απέκτησαν τρία τέκνα, την Αναστασία, την Γραμματή και τον Ιωάννη.
Στις 27 Απριλίου 1952 χειροτονείται Διάκονος και την επομένη Πρεσβύτερος από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Κίτρους Κωνσταντίνο Κοϊδάκη και στις 1 Μαΐου 1952 διορίζεται εφημέριος στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Γανόχωρας. Ο διορατικός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, προσβλέποντας στα προσόντα του, τον μεταθέτει στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Θείας Αναλήψεως Κατερίνης, όπου έμελλε να ολοκληρώσει την σπουδαία και πολύκαρπη ιερατική του διακονία. Από το 1974 ανέλαβε την Προεδρεία του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερού Καθεδρικού Ναού Θείας Αναλήψεως Κατερίνης και συγχρόνως της Στέγης Γήρατος του Καθεδρικού Ναού ‘’Η Θεία Ανάληψις’’, που εξελίχθηκε στο Γηροκομείου της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους.
Σέ όλους τους τομείς προσέφερε πολλά στην τοπική Εκκλησία και την Κοινωνία επί 35 έτη, ως λειτουργός, εξομολόγος, φιλάνθρωπος και άνθρωπος του καθήκοντος. Αξίζει να σημειωθεί ότι ενέπνεε όλους με το σεμνό παράδειγμά του, την ιεροπρέπεια, τη σοβαρότητα και την αίσθηση του καθήκοντος.
Διετέλεσε κατά καιρούς Μέλος του Τοπικού Παραρτήματος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Κατερίνης και συμμετείχε ανελλιπώς στον ετήσιο Έρανο του Ερυθρού Σταυρού και του Μητροπολιτικού Συμβουλίου. Συμμμετείχε, επίσης, σε ανθρωπιστικές αποστολές στη Βουλγαρία, Σερβία και στο Κόσσοβο, ως εκπρόσωπος της Μητροπόλεως Κίτρους.
Στις 31 Δεκεμβρίου 2010, σε ηλικία 84 ετών και μετά από 59 έτη ενεργούς υπηρεσίας, υπέβαλε την παραίτησή του από την ενεργό υπηρεσία. Παρέμεινε ωστόσο ενεργός στη λειτουργική και ποιμαντική διακονία, απολαμβάνοντας απ’ όλους, κληρικούς και λαϊκούς σεβασμό και υϊική αγάπη.
Εκοιμήθη ειρηνικά και αθόρυβα, όπως πορεύθηκε στην επί γης ζωή του, στις Φεβρουαρίου 2026, σε ηλικία 100 ετών και 10 ημερών, μετά από ολιγόμηνη ασθένεια, απολαμβάνοντας τη φροντίδα και την αγάπη των παιδιών του.

Σπουδές:
Απόφοιτος του Δημοτικού Σχολείου Σκοτίνας, του εξαταξίου Γυμνασίου των Εκπαιδευτηρίων “Παπαδημητρίου” Κατερίνης, του διετούς Κατωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Θεσσαλονίκης και του διετούς Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Κατερίνης, πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Διακρίσεις:
Έλαβε το οφίκιο του Οικονόμου από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Κίτρους Βαρνάβα και το οφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου από τον αείμνηστο Μητροπολίτη Λαρίσης Σεραφείμ κατά τη διάρκεια της Τοποτηρητείας του στην Μητρόπολη Κίτρους, με την ευλογία και συγκατάθεση του εψηφισμένου τότε Μητροπολίτου Κίτρους Αγαθονίκου.
Με εισήγηση του Μακαριστού Μητροπολίτου Αγαθονίκου, το 1989 έλαβε το οφίκιο του Πρωτοπρεσβυτέρου της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως από τον αείμνηστο Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο. Τον σταυρό του Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου απένειμε στον πατέρα Γεώργιο ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά την επίσημη επίσκεψή του στην πόλη της Κατερίνης στις 19 Μαΐου 1999.
Κατόπιν προτάσεως του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου τιμήθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για την πολυετή και καρποφόρο διακονία του στην Εκκλησία με το χρυσό Μετάλλιο του Αποστόλου Παύλου, Ιδρυτού της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Τιμήθηκε από τον Σύνδεσμο Κληρικών της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους (Σ.Ι.Μη.Κ.) για την πολυετή υπηρεσία του στους διαφόρους τομείς και δράσεις στην τοπική Εκκλησία.
Ενώ του προτάθηκε η τιμητική θέση του καθηγητή στην Εκκλησιαστική Σχολή Λαμίας, προτίμησε να συνεχίσει τη διακονία του στην Ενορία του Καθεδρικού Ναού Κατερίνης.
Έργα του:
Ανέγερση εκ βάθρων του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου και του Παρεκκλησίου Αγίου Γεωργίου Γανόχωρας.
Ανέγερση του Ιερού Καθεδρικού Ναού Θείας Αναλήψεως Κατερίνης και ο διαρκής εξωραϊσμός του.
Ανακαίνιση και εξοπλισμός των γραφείων και του Πνευματικού Κέντρου του Ιερού Καθεδρικού Ναού.
Ανακαίνιση και επέκταση, εξοπλισμός και εξωραϊσμός του Παρεκκλησίου Αγίου Αθανασίου Κατερίνης.

Επισκέψεις:
Επισκέφθηκε όλες σχεδόν τις Ορθόδοξες Εκκλησίες και συγκεκριμένα το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Ρωσίας, το Πατριαρχείο Σερβίας, το Πατριαρχείο Βουλγαρίας, την Αρχιεπισκοπή Κύπρου και την Αρχιεπισκοπή Φιλανδίας, όπου και τιμήθηκε από τους Προκαθημένους των τοπικών Εκκλησιών.

