Όταν ο κομμουνισμός έχασε το μέλλον: Η πραγματική αποτυχία ενός συστήματος – Γράφει ο Ιωάννης Χατζημπεάκης

Απόψεις

Υπάρχει ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για την αποτυχία του κομμουνισμού που είναι σχετικά εύκολος: να απαριθμήσει τα εγκλήματα, τις πολιτικές διώξεις, τα στρατόπεδα, την κατάργηση των πολιτικών ελευθεριών, τις οικονομικές στρεβλώσεις, τις ελλείψεις, την καταστολή της κοινωνίας των πολιτών και, τελικά, την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Όλα αυτά είναι πραγματικά, ιστορικά τεκμηριωμένα και δεν μπορούν να παρακαμφθούν.

Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο ερώτημα.

Αν αφήσουμε, για μια στιγμή, στην άκρη το τι συνέβη στο εσωτερικό των κομμουνιστικών κρατών, ποια ήταν η ουσιαστική ιστορική αποτυχία του κομμουνιστικού εγχειρήματος;

Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται αλλού: ο κομμουνισμός δεν απέτυχε μόνο επειδή τα καθεστώτα που τον επικαλέστηκαν έγιναν αυταρχικά, αναποτελεσματικά ή καταπιεστικά. Απέτυχε κυρίως επειδή δεν μπόρεσε να αποδείξει αυτό που αποτελούσε τον πυρήνα της ιστορικής του υπόσχεσης: ότι το δικό του κοινωνικοοικονομικό μοντέλο αντιπροσώπευε το μέλλον της ανθρωπότητας.

Και αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικότερο από μια απλή στρατιωτική, πολιτική ή οικονομική ήττα.

Η μεγάλη υπόσχεση

Ο μαρξισμός δεν παρουσιάστηκε απλώς ως ένα πρόγραμμα καλύτερης διακυβέρνησης. Δεν έλεγε απλώς ότι μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα μπορούσε να διαχειριστεί καλύτερα την οικονομία από μια φιλελεύθερη κυβέρνηση. Η αξίωσή του ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Ο κομμουνισμός αντιλαμβανόταν την ιστορία ως μια διαδικασία μετασχηματισμού των παραγωγικών σχέσεων, η οποία οδηγούσε, μέσα από συγκεκριμένες αντιφάσεις, από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και τελικά στην αταξική κοινωνία. Η ίδια η ιστορική εξέλιξη υποτίθεται ότι παρείχε την αντικειμενική βάση αυτής της πρόβλεψης.

Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός δεν ζητούσε απλώς από τους ανθρώπους να πιστέψουν σε ένα διαφορετικό σύστημα αξιών. Τους καλούσε να πιστέψουν ότι η ίδια η πραγματικότητα οδηγούσε προς τα εκεί.

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Μια κοσμοθεωρία που αντιμετώπιζε την κοινωνία με κατεξοχήν υλιστικούς όρους —παραγωγή, εργασία, ιδιοκτησία, τεχνολογία, παραγωγικές δυνάμεις— θα έπρεπε κανονικά να κρίνεται πρωτίστως με υλικούς όρους.

Πόσο παράγει;

Πόσο ευημερούν οι άνθρωποί της;

Πόσο καινοτομεί;

Πόσο γρήγορα εξελίσσεται η τεχνολογία της;

Πόσο αποτελεσματικά αξιοποιεί τους πόρους της;

Πόσο ελκυστικό είναι το μοντέλο της για τους ανθρώπους που ζουν έξω από αυτό;

Και κυρίως:

Όταν δύο διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα συνυπάρχουν, ποιο από τα δύο αποδεικνύεται ικανότερο να δημιουργήσει το μέλλον;

Σε αυτό το τελικό τεστ, ο κομμουνισμός έχασε.

Το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ότι ο καπιταλισμός ήταν τέλειος

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ιστορική νίκη του καπιταλισμού αποδεικνύει πως ο καπιταλισμός είναι ένα τέλειο ή ηθικά ανώτερο σύστημα.

Κάθε άλλο.

Ο καπιταλισμός δημιούργησε και δημιουργεί τεράστιες ανισότητες. Γέννησε οικονομικές κρίσεις, ανεργία, κοινωνικούς αποκλεισμούς, χρηματοπιστωτικές φούσκες και περιόδους ακραίας συγκέντρωσης πλούτου. Η αγορά δεν αποτελεί από μόνη της μηχανισμό κοινωνικής δικαιοσύνης. Και η οικονομική ανάπτυξη δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ανθρώπινη ευτυχία.

Αλλά αυτό ακριβώς κάνει την κομμουνιστική αποτυχία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Ο κομμουνισμός δεν ηττήθηκε επειδή ο αντίπαλός του ήταν τέλειος. Ηττήθηκε επειδή ο αντίπαλός του αποδείχθηκε προσαρμοστικότερος.

Ο δυτικός καπιταλισμός δεν παρέμεινε στατικός. Μετασχηματίστηκε μέσα από τη φορολογία, το κοινωνικό κράτος, τα συνδικάτα, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη δημόσια εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία, τις κοινωνικές ασφαλίσεις, τη ρύθμιση των αγορών και, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη δημιουργία ενός μικτού οικονομικού μοντέλου.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Η ιστορική αντιπαράθεση δεν ήταν τελικά ανάμεσα σε έναν «καθαρό» καπιταλισμό και έναν «καθαρό» κομμουνισμό. Οι δυτικές κοινωνίες ενσωμάτωσαν πολλές από τις κοινωνικές διεκδικήσεις που είχαν αναδείξει τα σοσιαλιστικά και εργατικά κινήματα, χωρίς να εγκαταλείψουν την ιδιωτική ιδιοκτησία, την αγορά και τον πολιτικό πλουραλισμό.

Έτσι, ο καπιταλισμός δεν χρειάστηκε να παραμείνει αυτό που ήταν τον 19ο αιώνα.

Έμαθε.

Και αυτή ίσως ήταν μία από τις σημαντικότερες διαφορές.

Η Ανατολή δεν κατάφερε να γίνει το μέλλον της Δύσης

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κομμουνιστική αποτυχία πέρα από τα εσωτερικά εγκλήματα και τις δυσλειτουργίες των καθεστώτων, πρέπει να κοιτάξουμε προς τα έξω.

Τι συνέβη στις κοινωνίες που βρίσκονταν έξω από τον κομμουνιστικό κόσμο;

Πείστηκαν οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες ότι η σοσιαλιστική οικονομία αποτελούσε ανώτερο δρόμο ανάπτυξης;

Πείστηκε ο δυτικός εργαζόμενος ότι το μέλλον του βρισκόταν στην κατάργηση της αγοράς;

Προτίμησε ο μορφωμένος άνθρωπος της Δύσης να ζήσει σε ένα κεντρικά σχεδιασμένο σύστημα αντί σε μια πλουραλιστική οικονομία;

Προσπάθησαν οι ανεπτυγμένες δημοκρατίες να αντιγράψουν τον σοβιετικό τρόπο παραγωγής;

Η απάντηση είναι προφανής.

Το 1945, ο κομμουνιστικός κόσμος μπορούσε ακόμη να ισχυριστεί ότι αντιπροσώπευε έναν εναλλακτικό δρόμο προς τη νεωτερικότητα. Η Σοβιετική Ένωση είχε μετατραπεί μέσα σε λίγες δεκαετίες από μια κυρίως αγροτική χώρα σε βιομηχανική και στρατιωτική υπερδύναμη. Η ταχύτητα της εκβιομηχάνισης εντυπωσίαζε ακόμη και τους αντιπάλους της.

Αλλά η σύγκριση άλλαξε.

Όσο περνούσαν οι δεκαετίες, το ζητούμενο δεν ήταν πλέον αν ο κεντρικός σχεδιασμός μπορούσε να κινητοποιήσει πόρους για βαριά βιομηχανία, εξοπλισμούς ή μεγάλα κρατικά έργα.

Το ερώτημα έγινε:

Ποιο σύστημα μπορεί να προσφέρει στον μέσο άνθρωπο καλύτερη ζωή;

Και τότε οι διαφορές έγιναν όλο και πιο εμφανείς.

Από το Sputnik στο ψυγείο

Υπάρχει ένα συμβολικό παράδοξο στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης.

Η Σοβιετική Ένωση μπορούσε να στείλει τον Sputnik στο διάστημα. Μπορούσε να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα. Μπορούσε να παράγει τεράστιους αριθμούς αρμάτων μάχης. Μπορούσε να στείλει άνθρωπο στο διάστημα.

Αλλά η πραγματική μάχη δεν θα κρινόταν τελικά εκεί.

Θα κρινόταν στο επίπεδο της καθημερινής ζωής.

Στο αυτοκίνητο.

Στο πλυντήριο.

Στο ψυγείο.

Στην ποιότητα των καταναλωτικών αγαθών.

Στην ποικιλία των προϊόντων.

Στην ταχύτητα με την οποία μια νέα τεχνολογία περνούσε από το εργαστήριο στην καθημερινότητα.

Και, κυρίως, στην ελευθερία του ανθρώπου να επιλέξει.

Ο κεντρικός σχεδιασμός ήταν σχετικά αποτελεσματικός όταν έπρεπε να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: πόσα τανκς χρειαζόμαστε;

Γινόταν όμως πολύ δυσκολότερος όταν έπρεπε να απαντήσει σε εκατομμύρια διαφορετικές ερωτήσεις ταυτόχρονα:

Πόσα παπούτσια χρειάζονται σε κάθε μέγεθος;

Ποιο μοντέλο τηλεόρασης προτιμούν οι καταναλωτές;

Ποια νέα τεχνολογία αξίζει επένδυση;

Ποιο προϊόν πρέπει να εγκαταλειφθεί;

Ποια επιχείρηση έχει καλύτερη ιδέα;

Ποια τιμή αντανακλά πραγματικά τη ζήτηση;

Η αγορά, με όλες τις ατέλειές της, διαθέτει έναν μηχανισμό αποκεντρωμένης πληροφόρησης. Οι τιμές, τα κέρδη, οι ζημίες και οι καταναλωτικές επιλογές μεταφέρουν πληροφορία.

Ο κεντρικός σχεδιασμός προσπάθησε να υποκαταστήσει αυτή τη διαδικασία με διοικητικές αποφάσεις.

Και εδώ εμφανίστηκε ένα πρόβλημα που δεν ήταν απλώς πολιτικό.

Ήταν πρόβλημα γνώσης.

Κανένα κεντρικό γραφείο δεν μπορούσε να γνωρίζει αποτελεσματικά αυτό που γνώριζαν εκατομμύρια παραγωγοί και καταναλωτές διασκορπισμένοι σε μια τεράστια κοινωνία.

Το μεγαλύτερο επιχείρημα υπέρ του καπιταλισμού ήταν η ίδια η πραγματικότητα

Ο κομμουνισμός είχε ένα θεωρητικό πλεονέκτημα: μπορούσε να περιγράψει τον καπιταλισμό ως ιστορικά καταδικασμένο.

Ο καπιταλισμός, αντιθέτως, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι ο κομμουνισμός ήταν καταδικασμένος.

Χρειαζόταν απλώς να συνεχίσει να παράγει.

Και αυτή η διαφορά αποδείχθηκε καθοριστική.

Η Δύση δεν κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο επειδή οι δυτικοί οικονομολόγοι απέδειξαν σε ένα θεωρητικό σεμινάριο ότι η αγορά είναι ανώτερη. Τον κέρδισε επειδή οι πολίτες μπορούσαν να συγκρίνουν.

Η εικόνα της ζωής στη Δύση έγινε από μόνη της πολιτικό επιχείρημα.

Η πληροφορία περνούσε τα σύνορα. Οι τουρίστες ταξίδευαν. Οι οικογένειες επικοινωνούσαν. Οι τηλεοπτικές εικόνες έφταναν στην άλλη πλευρά του Σιδηρού Παραπετάσματος.

Και ο πολίτης μπορούσε να δει.

Δεν χρειαζόταν να διαβάσει τον Adam Smith ή τον Marx.

Δεν χρειαζόταν να γνωρίζει οικονομική θεωρία.

Έβλεπε ότι κάπου αλλού οι άνθρωποι είχαν περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, περισσότερες επιλογές και υψηλότερη παραγωγικότητα.

Και αυτό έθετε ένα καταστροφικό ερώτημα:

Αν εμείς βρισκόμαστε στο μέλλον και εσείς είστε το μέλλον, γιατί το δικό σας μέλλον μοιάζει περισσότερο με το δικό μας παρόν;

Η ιστορία δεν τελείωσε — αλλά η συγκεκριμένη πρόβλεψη διαψεύστηκε

Μετά το 1989 και ιδιαίτερα μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, εμφανίστηκε μια τάση να θεωρηθεί ότι η ιστορία τελείωσε και ότι ο φιλελεύθερος καπιταλισμός αποτελεί το τελικό στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης.

Αυτό ήταν εξίσου υπερβολικό.

Η κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ δεν σημαίνει ότι ο καπιταλισμός απαλλάχθηκε από τις αντιφάσεις του. Ούτε σημαίνει ότι η αγορά μπορεί να λύσει όλα τα κοινωνικά προβλήματα.

Σήμερα, άλλωστε, οι δυτικές κοινωνίες αντιμετωπίζουν νέες προκλήσεις: αυτοματοποίηση, τεχνητή νοημοσύνη, δημογραφική γήρανση, κλιματική αλλαγή, στεγαστική κρίση, ανισότητες πλούτου και συγκέντρωση οικονομικής ισχύος σε μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις.

Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλά από αυτά τα προβλήματα αναγκάζουν και πάλι τον δυτικό κόσμο να αναζητήσει μορφές συλλογικής δράσης.

Αυτό όμως δεν αποτελεί επιστροφή στον κομμουνισμό.

Δείχνει κάτι διαφορετικό: ότι ο καπιταλισμός επιβιώνει ακριβώς επειδή δεν είναι ένα στατικό σύστημα. Μπορεί να συνδυαστεί με κοινωνικές πολιτικές, δημόσιους θεσμούς και ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Μπορεί να μετασχηματιστεί χωρίς να εγκαταλείψει τον πυρήνα του.

Η πραγματική ιστορική ήττα του κομμουνισμού, επομένως, δεν ήταν ότι δεν δημιούργησε έναν παράδεισο.

Κανένα σύστημα δεν το έκανε.

Ήταν ότι δεν κατάφερε να κάνει τον κόσμο να θέλει να τον ακολουθήσει.

Το παράδοξο της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία.

Ο μαρξισμός ισχυριζόταν ότι η συνείδηση των ανθρώπων επηρεάζεται βαθιά από τις υλικές συνθήκες της ζωής τους. Οι άνθρωποι, σύμφωνα με αυτή τη λογική, δεν ζουν μέσα σε έναν κόσμο αφηρημένων ιδεών. Ζουν μέσα σε συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις.

Αν αυτό ισχύει, τότε η επιτυχία ενός συστήματος θα έπρεπε να φαίνεται πρώτα απ’ όλα στην καθημερινότητα.

Δεν αρκεί να υποσχεθείς ότι ο άνθρωπος του μέλλοντος θα είναι ελεύθερος.

Πρέπει να δείξεις ότι ο άνθρωπος του παρόντος ζει καλύτερα.

Δεν αρκεί να υποστηρίζεις ότι η ιστορία κινείται προς το μέρος σου.

Πρέπει η ιστορική κίνηση να είναι ορατή.

Δεν αρκεί να λες ότι ο καπιταλισμός αποτελεί ένα ξεπερασμένο στάδιο.

Πρέπει να δημιουργήσεις μια κοινωνία τόσο δυναμική, τόσο παραγωγική και τόσο ελκυστική, ώστε ο ίδιος ο καπιταλιστικός κόσμος να αρχίσει να την αντιγράφει.

Αυτό δεν συνέβη.

Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση.

Το σύστημα που υποσχόταν ότι η υλική πραγματικότητα θα αποδείξει την ιστορική του ανωτερότητα τελικά δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει την υλική πραγματικότητα ως απόδειξη.

Η ήττα της ελκυστικότητας

Οι αυτοκρατορίες μπορούν να επιβιώσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα με στρατό.

Τα πολιτικά συστήματα, όμως, δύσκολα επιβιώνουν επ’ αόριστον χωρίς ελκυστικότητα.

Η Σοβιετική Ένωση μπορούσε να ελέγχει την Ανατολική Ευρώπη με στρατιωτική ισχύ. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τους Ανατολικοευρωπαίους να θεωρούν αυθόρμητα τη σοβιετική οικονομική και κοινωνική οργάνωση ανώτερη.

Και αυτό ήταν καταστροφικό.

Γιατί ένα πραγματικά επιτυχημένο μοντέλο δεν χρειάζεται να επιβάλλεται διαρκώς.

Εξάγεται από μόνο του.

Η Αμερική δεν χρειάστηκε να επιβάλει σε όλο τον κόσμο την Coca-Cola, το αμερικανικό πανεπιστήμιο, την κινηματογραφική βιομηχανία, την τεχνολογία της Silicon Valley ή τα καταναλωτικά πρότυπα της. Η ελκυστικότητά τους δημιούργησε μια μορφή παγκόσμιας μίμησης.

Αυτό ακριβώς έλειψε από τον κομμουνισμό.

Υπήρξαν βεβαίως άνθρωποι στη Δύση που πίστεψαν βαθιά στην κομμουνιστική ιδέα. Υπήρξαν διανοούμενοι, καλλιτέχνες, εργάτες και πολιτικοί που είδαν στον σοσιαλισμό την υπόσχεση μιας δικαιότερης κοινωνίας.

Αλλά το κρίσιμο ιστορικό μέγεθος δεν ήταν αυτοί.

Ήταν οι κοινωνίες ολόκληρες.

Και οι κοινωνίες δεν μετακινήθηκαν μαζικά προς το κομμουνιστικό μοντέλο.

Το τελικό κριτήριο

Ίσως, λοιπόν, πρέπει να επαναδιατυπώσουμε το ερώτημα για την αποτυχία του κομμουνισμού.

Δεν είναι μόνο:

«Γιατί κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα;»

Είναι:

«Γιατί ο κομμουνισμός δεν κατάφερε να γίνει το πρότυπο που θα υιοθετούσε ο υπόλοιπος ανεπτυγμένος κόσμος;»

Η απάντηση είναι ότι δεν κατάφερε να μετατρέψει τη θεωρητική του υπόσχεση σε ανώτερη, ορατή, αναπαραγώγιμη πραγματικότητα.

Δεν μπόρεσε να δείξει ότι η κατάργηση της αγοράς θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη δημιουργικότητα.

Δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι ο κεντρικός σχεδιασμός μπορούσε να παράγει περισσότερη καινοτομία.

Δεν μπόρεσε να δείξει ότι η κατάργηση του ανταγωνισμού θα δημιουργούσε αποτελεσματικότερη οικονομία.

Δεν μπόρεσε να κάνει τις δυτικές δημοκρατίες να φοβούνται ότι οι πολίτες τους θα ζητούσαν σοσιαλισμό επειδή ο σοσιαλισμός παρείχε καλύτερη ζωή.

Αντιθέτως, συνέβη το αντίστροφο.

Μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, οι χώρες που είχαν ζήσει επί δεκαετίες υπό κομμουνιστικά καθεστώτα στράφηκαν —με διαφορετικές ταχύτητες, επιτυχίες και αποτυχίες— προς την αγορά, την ιδιωτική ιδιοκτησία και τον πολιτικό πλουραλισμό.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι όλα όσα ακολούθησαν ήταν επιτυχημένα.

Αποδεικνύει όμως κάτι ιστορικά σημαντικότερο:

ότι η κατεύθυνση της μίμησης ήταν αντίστροφη από αυτή που προέβλεπε η κομμουνιστική θεωρία.

Και ίσως αυτή είναι η πραγματική ιστορική ετυμηγορία

Ο κομμουνισμός δεν ηττήθηκε επειδή οι άνθρωποι σταμάτησαν να επιθυμούν κοινωνική δικαιοσύνη.

Ούτε επειδή οι ανισότητες έπαψαν να υπάρχουν.

Ούτε επειδή η ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς ταξική εκμετάλλευση έχασε αυτομάτως την ηθική της δύναμη.

Ηττήθηκε επειδή η κοινωνία που υποσχόταν δεν αποδείχθηκε λειτουργικά ανώτερη από την κοινωνία που ήθελε να αντικαταστήσει.

Και αυτή είναι μια πολύ πιο απαιτητική ετυμηγορία από το να πούμε απλώς ότι «ο κομμουνισμός απέτυχε».

Γιατί θέτει ένα καθολικό κριτήριο που ισχύει για κάθε πολιτικό σύστημα.

Δεν αρκεί να έχεις δίκαιες προθέσεις.

Δεν αρκεί να έχεις μια συνεκτική θεωρία.

Δεν αρκεί να εντοπίζεις τις αδυναμίες του αντιπάλου.

Πρέπει να μπορείς να παράγεις μια πραγματικότητα καλύτερη από εκείνη που υπόσχεσαι να αντικαταστήσεις.

Ο κομμουνισμός υποσχέθηκε ότι το μέλλον ανήκει σε αυτόν επειδή οι νόμοι της ιστορίας οδηγούν αναπόφευκτα προς την αταξική κοινωνία.

Η ιστορία, όμως, έθεσε ένα πολύ απλούστερο ερώτημα:

Ποιος μπορεί να δημιουργήσει το καλύτερο μέλλον στην πράξη;

Και μέχρι σήμερα, η απάντηση δεν δόθηκε από το σύστημα που θεωρούσε τον εαυτό του νομοτελειακό κληρονόμο του μέλλοντος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καπιταλισμός κέρδισε για πάντα.

Δεν σημαίνει ότι η σημερινή δυτική οικονομική τάξη είναι το τελικό στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας.

Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι κάθε κριτική στον καπιταλισμό είναι λανθασμένη.

Σημαίνει κάτι πιο ταπεινό αλλά και πιο ουσιαστικό:

ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα κρίνεται τελικά από την ικανότητά του να παράγει μια πραγματικότητα την οποία οι άνθρωποι επιθυμούν να επιλέξουν — όχι απλώς από την ικανότητά του να εξηγεί γιατί, κάποτε στο μέλλον, θα έπρεπε να την επιλέξουν.

Ο κομμουνισμός είχε μια μεγάλη θεωρία για το μέλλον.

Το πρόβλημά του ήταν ότι, όταν το μέλλον ήρθε, οι άνθρωποι κοίταξαν προς την άλλη πλευρά.

 Ιωάννης Χατζημπεάκης

Απόφοιτος του Τμήματος Ευρωπαϊκών Σπουδών:

Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου